Ήταν μαγκωμένος ανάμεσα στα φύλλα της πόρτας
κι εκεί που πάλευε να περάσει
βλέπει από το ένα μέρος το μικρό του δωμάτιο
το κρεβάτι η καρέκλα το τραπέζι τα χαρτιά
όπως τα είχε αφήσει πριν από λίγο.
Κι από το άλλο μέρος γυρίζει και βλέπει
πάλι το μικρό του δωμάτιο απαράλλαχτο
το κρεβάτι η καρέκλα το τραπέζι τα χαρτιά
να έχουν γίνει ανάμνηση για πάντα.
Και δεν ήξερε από πού να βγει
και πριν αρχίσει να φοβάται
μπήκε μια γυναίκα γυμνή και τον τράβηξε
και δεν θα θυμηθείς ποτέ του είπε
από πού μπήκα και ποια είμαι
μήτε σε ποιο δωμάτιο με είδες.
Μα τι διάβολο σημαίνουν όλα αυτά; Τη ρώτησε.
Όλα σημαίνουν μέσα στο ποίημα και το ξέρεις
του είπε καθώς τον αγκάλιαζε
για να του δείξει ότι δεν ήταν όνειρο.
κι εκεί που πάλευε να περάσει
βλέπει από το ένα μέρος το μικρό του δωμάτιο
το κρεβάτι η καρέκλα το τραπέζι τα χαρτιά
όπως τα είχε αφήσει πριν από λίγο.
Κι από το άλλο μέρος γυρίζει και βλέπει
πάλι το μικρό του δωμάτιο απαράλλαχτο
το κρεβάτι η καρέκλα το τραπέζι τα χαρτιά
να έχουν γίνει ανάμνηση για πάντα.
Και δεν ήξερε από πού να βγει
και πριν αρχίσει να φοβάται
μπήκε μια γυναίκα γυμνή και τον τράβηξε
και δεν θα θυμηθείς ποτέ του είπε
από πού μπήκα και ποια είμαι
μήτε σε ποιο δωμάτιο με είδες.
Μα τι διάβολο σημαίνουν όλα αυτά; Τη ρώτησε.
Όλα σημαίνουν μέσα στο ποίημα και το ξέρεις
του είπε καθώς τον αγκάλιαζε
για να του δείξει ότι δεν ήταν όνειρο.
Ο Γιώργης Παυλόπουλος (Πύργος Ηλείας, 1924 – Πύργος Ηλείας, 2008) ήταν Έλληνας ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Το 1942 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά εγκατέλειψε τις σπουδές του για να αφοσιωθεί στην ποίηση. Εργάστηκε για πολλά χρόνια ως λογιστής και γραμματέας στον ιδιωτικό τομέα. Πρωτοδημοσίευσε ποιήματά του το 1943, στο περιοδικό "Οδυσσέας", που εξέδιδε με φίλους του στον Πύργο. Ποιήματα και κείμενά του δημοσιεύτηκαν σε πολλά ελληνικά και ξένα λογοτεχνικά έντυπα και ανθολογίες. Συνεργάστηκε με τον φίλο του ποιητή Τάκη Σινόπουλο, σε μια πειραματική γραφή κοινών ποιημάτων, τα οποία συμπεριέλαβε ο Σινόπουλος στο έργο του. Ήταν επίσης φίλος με τον Γιώργο Σεφέρη. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές: "Το κατώγι" (1971), "Το σακί" (1980), "Τα αντικλείδια" (1988), "Τριαντατρία χαϊκού" (1990), "Λίγος άμμος" (1997), "Ποιήματα 1943-1997" (συγκεντρωτική έκδοση, Νεφέλη, 2001), "Πού είναι τα πουλιά" (2004) και "Να μη τους ξεχάσω" (2008). Τα ποιήματά του μεταφράστηκαν σε πολλές ξένες γλώσσες και περιελήφθησαν και σε σχολικά βιβλία. Ήταν ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Επίσης, ασχολήθηκε ερασιτεχνικά με τη ζωγραφική. Τα ποιήματά του, όλα σε ελεύθερο στίχο, έχουν έντονα βιωματικό χαρακτήρα. «Αυτό που γράφω το έχω ζήσει», είχε πει ο ίδιος. Στα πρώτα του ποιήματα σκιαγραφούνται οι τραυματικές εμπειρίες της Κατοχής και του Εμφυλίου. Στα τελευταία του ποιήματα, ο λόγος του επικεντρώνεται στις υπαρξιακές αγωνίες του ανθρώπου: τον έρωτα και το θάνατο.




(1).jpg)
.png)

