Γιατί φοβάμαι μη χαθούν οι θύμησες κι οι μνήμες,
σ’ έκραξα να μιλήσουμε κι αντάμα να τα πούμε,
τώρα που ακόμα μας κρατεί των γερατειών η νιότη.
Καλόμεροι όσοι ζήσαμε στ’ αγύριστα τα χρόνια,
που το Νησί μας έμοιαζε τόπος του Παραδείσου,
τότε που δεν αλλάζαμε με όβολα τη γη μας
κι όσα είχαμε μας φτάνανε κι ας ήτανε και λίγα.
Καλόμεροι! Τα σπίτια μας στα λιόδεντρα κρυμμένα,
καλλίμορφα κι απέριττα με αφοδιές και μόντζους,
λογίζονταν αρχοντικά κι ας ήταν μετρημένα
κι ο ήλιος που τα φώτιζε, ζέσταινε τις καρδιές μας.
Καλόμεροι στις σπιάντζες μας διάπλατες και καθάριες,
με τα κατάλευκα γουλιά και τ’ άγρια τα βράχια,
να κολυμπάμε λεύτερα στα ξάστερα νερά τους
και στ’ ανοιχτά οι τράτες μας τα δίχτυα να γεμίζουν.
Καλόμεροι! κι ο λιόριζες, θεόρατες σαν κάστρα,
με τις σοδειές, με τα ντρουβειά, τα λάδια, τα σαπούνια,
να είν’ οι καπάσες ξέχειλες κι οι πίλες μας γεμάτες
κι οι νερολιές και οι θρουμπολιές το πιο καλό προσφάι
με το ψωμί το σπιτικό και το λιτό μας δείπνο.
Καλόμεροι, που η πίστη μας, ασάλευτη για χρόνια,
έχτισε εξήντα εκκλησιές και τέσσερις ακόμα,
να ’χουμε να δεόμαστε και Κυριακές και σχόλες
και ν’ απαντάμε το Θεό στο κάθε μας το βήμα.
Τώρα γυρνώντας στους Παξούς, συντρίβεται η ψυχή μου
κι αναλογίζομαι πικρά τη βάσκανη τη μοίρα,
που απόνετα τα πλήγωσε των λιόδεντρων τα δάση,
που αλύπητα τις μόλυνε τις σπιάντζες τις καθάριες
και ρήμαξε τις ριζολιές που φύλαξαν οι αιώνες
και άδειασε τις εκκλησιές, ξεγράφοντας την πίστη.
Τώρα που ακόμα μας κρατεί των γερατειών η νιότη,
κάνουμε ευχή και προσευχή η βάσκανη η μοίρα
να προσπεράσει… να μη δει το πατρικό μας σπίτι,
να το ’χουμε γι’ απαντοχή, να μας προσμένει πάντα.
σ’ έκραξα να μιλήσουμε κι αντάμα να τα πούμε,
τώρα που ακόμα μας κρατεί των γερατειών η νιότη.
Καλόμεροι όσοι ζήσαμε στ’ αγύριστα τα χρόνια,
που το Νησί μας έμοιαζε τόπος του Παραδείσου,
τότε που δεν αλλάζαμε με όβολα τη γη μας
κι όσα είχαμε μας φτάνανε κι ας ήτανε και λίγα.
Καλόμεροι! Τα σπίτια μας στα λιόδεντρα κρυμμένα,
καλλίμορφα κι απέριττα με αφοδιές και μόντζους,
λογίζονταν αρχοντικά κι ας ήταν μετρημένα
κι ο ήλιος που τα φώτιζε, ζέσταινε τις καρδιές μας.
Καλόμεροι στις σπιάντζες μας διάπλατες και καθάριες,
με τα κατάλευκα γουλιά και τ’ άγρια τα βράχια,
να κολυμπάμε λεύτερα στα ξάστερα νερά τους
και στ’ ανοιχτά οι τράτες μας τα δίχτυα να γεμίζουν.
Καλόμεροι! κι ο λιόριζες, θεόρατες σαν κάστρα,
με τις σοδειές, με τα ντρουβειά, τα λάδια, τα σαπούνια,
να είν’ οι καπάσες ξέχειλες κι οι πίλες μας γεμάτες
κι οι νερολιές και οι θρουμπολιές το πιο καλό προσφάι
με το ψωμί το σπιτικό και το λιτό μας δείπνο.
Καλόμεροι, που η πίστη μας, ασάλευτη για χρόνια,
έχτισε εξήντα εκκλησιές και τέσσερις ακόμα,
να ’χουμε να δεόμαστε και Κυριακές και σχόλες
και ν’ απαντάμε το Θεό στο κάθε μας το βήμα.
Τώρα γυρνώντας στους Παξούς, συντρίβεται η ψυχή μου
κι αναλογίζομαι πικρά τη βάσκανη τη μοίρα,
που απόνετα τα πλήγωσε των λιόδεντρων τα δάση,
που αλύπητα τις μόλυνε τις σπιάντζες τις καθάριες
και ρήμαξε τις ριζολιές που φύλαξαν οι αιώνες
και άδειασε τις εκκλησιές, ξεγράφοντας την πίστη.
Τώρα που ακόμα μας κρατεί των γερατειών η νιότη,
κάνουμε ευχή και προσευχή η βάσκανη η μοίρα
να προσπεράσει… να μη δει το πατρικό μας σπίτι,
να το ’χουμε γι’ απαντοχή, να μας προσμένει πάντα.
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πάτρα. Οι γονείς της παξινοί, ο Γεράσιμος Μάστορας (Παπαγεράσιμου) και ή Ελένη Δαλιέτου (Μάκη). Πέρασε στους Παξούς τα μακρά καλοκαίρια των παιδικών, εφηβικών και νεανικών της χρόνων, βιώνοντας τα ήθη, τις συνήθειες και τη ντοπιολαλιά του Νησιού, καθώς τα ζούσε και στο οικογενειακό της περιβάλλον, στην Πάτρα. Στην Πάτρα τελείωσε το Δημοτικό σχολείο και το A' Γυμνάσιο Θηλέων και φοίτησε στην Παιδαγωγική Ακαδημία του Αρσακείου. Εργάστηκε ως δασκάλα στο Δημοτικό σχολείο του Φύλλου Καρδίτσας για δύο περίπου χρόνια. Ολοκλήρωσα την επαγγελματική της σταδιοδρομία ως δασκάλα Κωφών στα σχολεία του Εθνικού Ιδρύματος Κωφών, στην Πάτρα, στον Βόλο και στην Αθήνα. Επί διετία συνεργάστηκε στην έκδοση του παιδικού περιοδικού «Καλημέρα Παιδιά». Προσέφερε και συνεχίζει μέχρι σήμερα να προσφέρει τις υπηρεσίες της σε συλλόγους με φιλανθρωπική και κοινωνική αποστολή, σε νεανικές κατασκηνώσεις και σε Φιλικούς Κύκλους μελέτης της Αγίας Γραφής.