Κάποτε ο ήχος της ψυχής παύει ν' ακούγεται.
Ξαναπέφτουμε στα ίδια λάθη.
Κι εκεί πού λέγαμε να περπατήσουμε πάνω στη
θάλασσα,
πια δε μπορούμε να βαδίσουμε ούτε στη στεριά.
Μέσα στον άπειρο χρόνο είναι σα νάχουμε χαθεί.
Κι ας μιλούμε τις νύχτες με ίσκιους και φαντάσματα.
Η ζωή ξημερώνει ξανά την άλλη μέρα:οι στέγες, τα σπίτια, οι πέτρες.
Πετρώνει μέσα σου ένα ακίνητο βουνό.
Γίνεσαι ένα μπαλόνι δίχως γκάζι.
Ξαναπέφτουμε στα ίδια λάθη.
Κι εκεί πού λέγαμε να περπατήσουμε πάνω στη
θάλασσα,
πια δε μπορούμε να βαδίσουμε ούτε στη στεριά.
Μέσα στον άπειρο χρόνο είναι σα νάχουμε χαθεί.
Κι ας μιλούμε τις νύχτες με ίσκιους και φαντάσματα.
Η ζωή ξημερώνει ξανά την άλλη μέρα:οι στέγες, τα σπίτια, οι πέτρες.
Πετρώνει μέσα σου ένα ακίνητο βουνό.
Γίνεσαι ένα μπαλόνι δίχως γκάζι.
~
Στεργιόπουλος Κώστας, «Ο ήχος της ψυχής», Νέα Πορεία, τόμ. 16, τχ. 188-190 (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1970)
πηγή
Στεργιόπουλος Κώστας, «Ο ήχος της ψυχής», Νέα Πορεία, τόμ. 16, τχ. 188-190 (Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1970)
πηγή
Ο Κώστας Στεργιόπουλος (Αθήνα, 1926 - 2016) ήταν βραβευμένος Έλληνας συγγραφέας, πεζογράφος, κριτικός, πανεπιστημιακός καθηγητής, και ποιητής της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εκπόνησε διδακτορική διατριβή στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Δίδαξε επί δεκαετία στη ιδιωτική Μέση Εκπαίδευση και στη Σχολή Κινηματογράφου και Θεάτρου του Λ. Σταυράκου. Από το 1966 έως το 1969 εργάστηκε ως λέκτορας στην έδρα Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη συνέχεια ως βοηθός στο Σπουδαστήριο Βυζαντινής και Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (1969-1972), απ' όπου παύτηκε από τη δικτατορία. Το 1974 έγινε καθηγητής στην ίδια έδρα στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, όπου υπηρέτησε ως το 1984 που αποχώρησε με εθελουσία έξοδο. Το 1986 αναγορεύτηκε ομότιμος καθηγητής. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα -μαθητής ακόμα του Γυμνασίου- από το περιοδικό "Νέα Εστία" το 1943, κι από τότε, κείμενά του δημοσιεύτηκαν σε πολλά περιοδικά και εφημερίδες. Ήταν υπεύθυνος για τη στήλη της κριτικής στο περιοδικό "Ξεκίνημα" (1946-1947), στην εφημερίδα "Νίκη" (1962-1963) και στο περιοδικό "Εποχές" (1963-1967). Εξέδωσε δέκα ποιητικές συλλογές, δύο βιβλία με διηγήματα, ένα μυθιστόρημα και εννιά κριτικά και φιλολογικά βιβλία, και είχε τιμηθεί δυο φορές με Κρατικό Βραβείο Ποιήσεως (με το Β΄ το 1961 και με το Α΄ το 1992), με το Βραβείο Κριτικής Μελέτης της "Ομάδας των 12" (1963), με το Α΄ Κρατικό Βραβείο Μελέτης και Δοκιμίου (1974), με το Βραβείο Δοκιμίου και Μελέτης της Ακαδημίας Αθηνών Ιδρύματος Ουράνη (1997) και με το Μεγάλο Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του (2004). Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα γαλλικά, αγγλικά, ιταλικά, γερμανικά, σουηδικά, ρωσικά, πολωνικά, ρουμανικά, βουλγαρικά, ισπανικά και ουγγρικά και δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά κι ανθολογίες του εξωτερικού, ενώ διηγήματα και κριτικά του κείμενα στα γαλλικά, βουλγαρικά, πολωνικά, αγγλικά, ισπανικά και ιταλικά. Το 1994 εκδόθηκε στα γερμανικά μια επιλογή απ' όλο το ως τότε ποιητικό έργο του, με τίτλο "Εδώ που μάχεται το φως με τη βαρύτητα", το 1999 κυκλοφόρησε στα ισπανικά ολόκληρη η συλλογή του "Ο ήλιος του μεσονυκτίου" και τον επόμενο χρόνο μια επιλογή από επτά συλλογές του στα ιταλικά, με τίτλο "Στιλπνότητα της μέρας". Από τα ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας Συγγραφέων και τέως πρόεδρός της, ιδρυτικό επίσης μέλος και επίτιμος πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας, είχε λάβει μέρος σε πολλά ελληνικά και διεθνή συνέδρια και χρημάτισε πρόεδρος ή μέλος σε διάφορες επιτροπές για θέματα λογοτεχνίας και βιβλίου.