Θα πρέπει να πήγες να ήρθες, να είπες κυρίως ό,τι
θυμάσαι να είσαι / σου είπαν και εκείνοι πώς μοιάζεις, τι
χρώμα στα δάχτυλα έχεις εσύ και ποιο τα μαλλιά σου /
σου δείζαν πώς βράζει ο γέρος παππούς στο τσουκάλι
τα φρέσκα του ζώα, πώς κλείνει ο άνδρας τα μάτια
κοιτώντας τον ύπνο, πώς κλαίει η γυναίκα με γέλιο το
γέλιο / μας είπες σελίδες γραμμένες για εκείνες για
εκείνους, για σένα που νομίζεις πως ξέρεις / και τάισες,
έφαγες, χώνεψες στρογγυλό μαύρο / σ’ ανοίγει σπασμένη
το τώρα στο κρύο τραπέζι, σε ψάχνει, βουλιάζεις.
Μα, πες μου, τι είναι αυτό το κουτί που κρατάς για
κεφάλι / πόσα ονόματα κρύβεις / σου λένε, μιλάνε
χιλιάδες κεφάλια, τα χέρια σού λέω, τα χέρια που πιάνουν
το κρύο κεφάλι, σε αφήνουν, σε δέρνουν, χιλιάδες σου
χέρια μες στο κεφάλι / σε πήραν σε φάγαν δική τους πια
τώρα / και πήγες και ήρθες και είπες αυτά που θυμάσαι,
ωραία μην κλαις, μην φοβάσαι, δεν πρέπει, αφού δεν
θυμάσαι το πριν το μετά το παρόν σου /μα πρέπει μπροστά
σου να δεις εκείνη μπροστά στον καθρέφτη, κι εκείνον
στην άλλη του άκρη σπασμένο, σπασμένοι κι οι δύο.
Ο άνθρωπος μόνος μονάχος μπροστά στον καθρέφτη,
η μάχη το σώμα, εκείνο που ανήκει / σε ποιον το δικό
μου κι ο Ξένος ως τι πια δικός μου, σου λεν δεν σε
ακούω, δεν βλέπω πού είσαι, μα είσαι
εδώ ώς εδώ που με φτάνεις. Με φτάνεις.
~
θυμάσαι να είσαι / σου είπαν και εκείνοι πώς μοιάζεις, τι
χρώμα στα δάχτυλα έχεις εσύ και ποιο τα μαλλιά σου /
σου δείζαν πώς βράζει ο γέρος παππούς στο τσουκάλι
τα φρέσκα του ζώα, πώς κλείνει ο άνδρας τα μάτια
κοιτώντας τον ύπνο, πώς κλαίει η γυναίκα με γέλιο το
γέλιο / μας είπες σελίδες γραμμένες για εκείνες για
εκείνους, για σένα που νομίζεις πως ξέρεις / και τάισες,
έφαγες, χώνεψες στρογγυλό μαύρο / σ’ ανοίγει σπασμένη
το τώρα στο κρύο τραπέζι, σε ψάχνει, βουλιάζεις.
Μα, πες μου, τι είναι αυτό το κουτί που κρατάς για
κεφάλι / πόσα ονόματα κρύβεις / σου λένε, μιλάνε
χιλιάδες κεφάλια, τα χέρια σού λέω, τα χέρια που πιάνουν
το κρύο κεφάλι, σε αφήνουν, σε δέρνουν, χιλιάδες σου
χέρια μες στο κεφάλι / σε πήραν σε φάγαν δική τους πια
τώρα / και πήγες και ήρθες και είπες αυτά που θυμάσαι,
ωραία μην κλαις, μην φοβάσαι, δεν πρέπει, αφού δεν
θυμάσαι το πριν το μετά το παρόν σου /μα πρέπει μπροστά
σου να δεις εκείνη μπροστά στον καθρέφτη, κι εκείνον
στην άλλη του άκρη σπασμένο, σπασμένοι κι οι δύο.
Ο άνθρωπος μόνος μονάχος μπροστά στον καθρέφτη,
η μάχη το σώμα, εκείνο που ανήκει / σε ποιον το δικό
μου κι ο Ξένος ως τι πια δικός μου, σου λεν δεν σε
ακούω, δεν βλέπω πού είσαι, μα είσαι
εδώ ώς εδώ που με φτάνεις. Με φτάνεις.
~
από τη συλλογή Νυμφώνας, εκδ. Γαβριηλίδης, 2018
πηγή
Η Μαίρη Κλιγκάτση γεννήθηκε στη Φλώρινα το 1985. Είναι διπλωματούχος Μηχανικός Παραγωγής και Διοίκησης, τελειόφοιτος της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και του μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Το 2011 ίδρυσε το ηλεκτρονικό πολιτιστικό περιοδικό ΝΤΟΥέΝΤΕ Magazine, ενώ από το Μάιο του 2015 συνδιαχειρίζεται τη λογοτεχνική πλατφόρμα litart.gr. Τίτλοι βιβλίων: Πλευρικά (2015). Νυμφώνας (2018).
πηγή
Η Μαίρη Κλιγκάτση γεννήθηκε στη Φλώρινα το 1985. Είναι διπλωματούχος Μηχανικός Παραγωγής και Διοίκησης, τελειόφοιτος της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και του μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Το 2011 ίδρυσε το ηλεκτρονικό πολιτιστικό περιοδικό ΝΤΟΥέΝΤΕ Magazine, ενώ από το Μάιο του 2015 συνδιαχειρίζεται τη λογοτεχνική πλατφόρμα litart.gr. Τίτλοι βιβλίων: Πλευρικά (2015). Νυμφώνας (2018).




(1).jpg)
.png)

