Ήταν ένας φοβερός τύπος που χτυπούσε τα κουδούνια
των αγαπημένων του ανθρώπων -πρωινές ώρες συνήθως-
και τους εκλιπαρούσε να τον καταστρέψουν
και αυτοί αντί να τον βοηθήσουν –τι κρίμα-
τον αγαπούσαν ακόμα περισσότερο.
Έπιανε παρέες με τους ολότελα τελειωμένους
μπας και καταλάβει το μυστικό της καταστροφής τους
μα αυτοί πίστευαν πως έχουν μια επιτυχημένη ζωή
και μια αστείρευτη ελπίδα για ό,τι καλύτερο.
Προσπαθούσε απεγνωσμένα να βάλει ένα τέλος
στις μικρές γελοίες επιτυχίες του και στην
καθημερινή μετριότητα της κανονικότητας.
Έλεγε και ξανάλεγε:
Εμένα δεν θέλει κανείς να με καταστρέψει,
ούτε ο ίδιος μου ο εαυτός.
Ως που μια κοινή φίλη, θέλησε να μας γνωρίσει,
μας έκλισε ραντεβού στο μπαρ το ναυάγιο και πήγα.
Κάθισα στην άκρη του μπαρ δίπλα στο μεγάλο
καθρέπτη και τον περίμενα κοιτώντας την πόρτα.
Πέρασε μισή ώρα και δεν εμφανίστηκε.
Όμως, καθώς ετοιμαζόμουν να φύγω
γύρισα από την άλλη και τον είδα μέσα στον καθρέπτη
να με περιμένει από πάντα.
των αγαπημένων του ανθρώπων -πρωινές ώρες συνήθως-
και τους εκλιπαρούσε να τον καταστρέψουν
και αυτοί αντί να τον βοηθήσουν –τι κρίμα-
τον αγαπούσαν ακόμα περισσότερο.
Έπιανε παρέες με τους ολότελα τελειωμένους
μπας και καταλάβει το μυστικό της καταστροφής τους
μα αυτοί πίστευαν πως έχουν μια επιτυχημένη ζωή
και μια αστείρευτη ελπίδα για ό,τι καλύτερο.
Προσπαθούσε απεγνωσμένα να βάλει ένα τέλος
στις μικρές γελοίες επιτυχίες του και στην
καθημερινή μετριότητα της κανονικότητας.
Έλεγε και ξανάλεγε:
Εμένα δεν θέλει κανείς να με καταστρέψει,
ούτε ο ίδιος μου ο εαυτός.
Ως που μια κοινή φίλη, θέλησε να μας γνωρίσει,
μας έκλισε ραντεβού στο μπαρ το ναυάγιο και πήγα.
Κάθισα στην άκρη του μπαρ δίπλα στο μεγάλο
καθρέπτη και τον περίμενα κοιτώντας την πόρτα.
Πέρασε μισή ώρα και δεν εμφανίστηκε.
Όμως, καθώς ετοιμαζόμουν να φύγω
γύρισα από την άλλη και τον είδα μέσα στον καθρέπτη
να με περιμένει από πάντα.
~
πηγή
πηγή
Ο Ζαχαρίας Στουφής γεννήθηκε το 1974 στη Ζάκυνθο. Σαν προέκταση του ποιητικού του έργου, στο οποίο ο θάνατος είναι το επίκεντρο, ασχολείται με την θανατολογία της Ζακύνθου. Αναζητεί τον θάνατο στη λαογραφία, τη φιλολογία, την ιστορία και την σύγχρονη κοινωνία του νησιού του. Παράλληλα στήνει θεατρικές παραστάσεις και performance που βασίζονται στο συγγραφικό του έργο. Κείμενά του έχουν δραματοποιηθεί και από άλλους καλλιτέχνες. Από το 1995 ζει και εργάζεται στην Αττική. Εργογραφία: Τρένο (1996), Ο πόνος οι ηδονές κι ο φόβος των ανθρώπων (1997), Ονειροπληξία (2001), Νιρβάνα (2003), Χαωδία (2005), Νεκρώσιμα (2006), Μυστικό νεκροταφείο (2008), Γράμματα σε νεκρό ποιητή (2009), Ονειροπληξία, τριλογία (συγκεντρωτική έκδοση των: Ονειροπληξία, Χαωδία και Νεκρώσιμα), Τα Ζακυνθινά μοιρολόγια και οι μεταλλάξεις του θρηνητικού λόγου στο χρόνο" (2013), Το Αγγλικό Νεκροταφείο της Ζακύνθου (2013), Η ταξιθέτρια του χάους (2014), Στην έρημο της μνήμης (2014), Συνταγές αυτοκτονίας (2017), Ο τάφος του διαόλου (2019, Όταν ήμουν παιδί έσφαζαν τα ζώα μπροστά μου (2020). Από τον ίδιο και άλλους καλλιτέχνες του θεάτρου έχουν δραματοποιηθεί τα βιβλία του: o "Μαρμαρού, η γυναίκα βρικόλακας από την ορεινή Ζάκυνθο", "Η Ταξιθέτρια του χάους", "Στην έρημο της μνήμης", "Μυστικό νεκτροταφείο", "Γνώση και απόγνωση, συνταγές αυτοκτονίας". Ποιήματα, άρθρα και μελέτες του με κύριο θέμα τον θάνατο, έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς στα περιοδικά, Τετράμηνα, Περίπλους, Επτανησιακά Φύλλα, Ίαμβος, Ραπόρτο, Πνοές Λόγου και Τέχνης, Ένεκεν, Ο Φαρφουλάς, Δήμος και Πολιτεία, Παρέμβαση, Εμβόλιμον, Ο Σίσυφος, Φρέαρ, το Κοράλλι, Θράκα, Οδός Πανος, καθώς και σε πολλά ηλεκτρονικά περιοδικά και ιστολόγια σχετικά με την ποίηση. Από το 2006 ποιήματά του έχουν συμπεριληφθεί σε δύο ποιητικές ανθολογίες, τρία θεματικά ανθολόγια ποίησης και σε ανθολογήσεις των περιοδικών Ο Σίσυφος και Οδός Πανός.




(1).jpg)
.png)

