Μας ξεπλανάτε σε όνειρα σαν τις Σειρήνες,
στο εξωτικό τρεμόσβημα θλιμμένης δύσης,
και μας μεθάτε με γλυκύτατες οδύνες!
Ο δρόμος σας δε χάνεται βαθιά στη λήθη,
και το φως σας την τυφλή σκέψη ξαναπάγει
στα μαγικά και στα φαρμακερά σας βύθη…
Πνιγείτε πια στης νύχτας τα βουβά πελάγη!…
Μας γκρεμίζει μια δύναμη, τρομερή που ’ναι,
στους ροδινούς σας κόσμους, που δε γυρνούν πίσω.
Γύρω θωρώ τόσες ψυχές που λησμονούνε:
γιατί κι εγώ να μη μπορώ να λησμονήσω;
Ω μνήμη! Τη φτωχή την ύπαρξή μου, αχ, άσε!
Σε λήθης μαύρα κύματα καταποντίσου!
Καρδιά τρελή, πολύπαθη, γιατί θυμάσαι;
Στου χρόνου τους χειμάρρους πνίξε την ορμή σου!
Ένα φιλί σας στέλνω, αγάπες μου! Είστε οι ξένοι,
που βιάζονται η ώρα της φυγής τους να σημάνει.
Η λάμψη σας θαμπώθηκε, σιγά πεθαίνει…
Ας ήταν κι η καρδιά μου να σιγοπεθάνει!
Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης (Αθήνα, 1888 – Αθήνα, 1944) ήταν Έλληνας ποιητής
του μεσοπολέμου. Η μητέρα του, Βασιλική Παπαδοπούλου, ήταν ανιψιά του
Χαρίλαου Τρικούπη. Άρχισε να γράφει ποιήματα από παιδί. Έζησε για
περισσότερα από 40 χρόνια στο διώροφο νεοκλασικό της οικογένειάς του
κάτω από τον λόφο του Στρέφη, στην Αθήνα. Εκεί έγραψε το μεγαλύτερο
μέρος του ποιητικού έργου του αλλά και εκεί αυτοκτόνησε τη νύχτα της 7ης
προς 8η Ιανουαρίου 1944, φτωχός και καταπονημένος από τα ναρκωτικά. Η
κηδεία του έγινε με έρανο των φίλων του. Εκτός από ποιήματα, έγραψε
επίσης πάνω από 100 πεζογραφήματα, πολλές δεκάδες διηγήματα, καθώς και
επιφυλλίδες και κριτικά και αισθητικά κείμενα. Το έργο του βρίσκεται
διασκορπισμένο σε περιοδικά και εφημερίδες. Η μοναδική του ποιητική
συλλογή δημοσιεύτηκε το 1939, ενώ μετά τον θάνατό του, ο Άρης Δικταίος
εξέδωσε, το 1964, τα ποιήματά του. [Βιογραφία]




(1).jpg)
.png)

