Εις την Κυψέλην, τ’ όνομα αυτό ποιος δεν γνωρίζει;
Στη μυρωμένη εξοχή, στο σπίτι του Κανάρη,
Που γύρω του ζωγραφιστό λειβάδι πρασινίζει,
Κι είν’ αζωγράφιστη μακρυά της θάλασσας η χάρη.
Εκεί που του πυρπολητού είν’ η καρδία θαμμένη,
Και προσκυνούν, σαν σε βωμό, κι οι Έλληνες κι οι ξένοι.
Εκεί ο γέρο Ναύαρχος τις ώρες του περνούσε,
Με μερικές του όρνιθες και μ’ ένα πετεινό του
Στη μυρωμένη εξοχή, στο σπίτι του Κανάρη,
Που γύρω του ζωγραφιστό λειβάδι πρασινίζει,
Κι είν’ αζωγράφιστη μακρυά της θάλασσας η χάρη.
Εκεί που του πυρπολητού είν’ η καρδία θαμμένη,
Και προσκυνούν, σαν σε βωμό, κι οι Έλληνες κι οι ξένοι.
Εκεί ο γέρο Ναύαρχος τις ώρες του περνούσε,
Με μερικές του όρνιθες και μ’ ένα πετεινό του
Και κάποτε που μοναχός στον κήπο τριγυρνούσε,
Ο πετεινός κυρτώνοντας σαν φίδι, τον λαιμό του,
Ετραγουδούσε με χρυσό πλουμιδιστό κεφάλι,
Και λές πως ύμνο ήθελε στο ναύαρχο να ψάλλη…
Με τον καιρό οι όρνιθες πληθαίνουν, και μια μέρα
Που έβοσκαν στο πράσινο του λιβαδιού χορτάρι
Και η φωνή του πετεινού ακούγονταν ως πέρα
Η ναυαρχίνα έρχεται και λέει στον Κανάρη ,
Πως η γιορτή του σίμωσε και πως το έχει τάξει,
Εις του Ναυάρχου την γιορτή τον πετεινό να σφάξη.
Ο Ναύαρχος σαν τ‘ άκουσε στη Δέσποινα γυρίζει.
Και με μικρού παιδιού φωνή και σύγχυση και βλέμμα,
Την ώρα που κακή ψυχή σκληρά το βασανίζει
Της λέει: Έχεις την καρδιά πουλιού να χύσεις αίμα;
Και του Κανάρη η καρδιά βαθειά εσυγκινήθη,
Σαν κάτι να την βάρυνε στα πέτρινά του στήθη.
Σ’ αυτή του την συγκίνηση για κάμποσο εστάθη
Ο Ναύαρχος, που μια φορά με τον δαυλό στο χέρι
Χιλιάδες έστελνε νεκρούς στης θάλασσας τα βάθη,
Κι αιμάτωσε τα κύματα με της Τουρκιάς τ’ ασκέρι.
Λυπήθηκε και εθάμπωσε το φλογερό του βλέμμα,
Γιατ΄ άκουσε πως θα χυθή του πετεινού το αίμα…
πηγή
Ο πετεινός κυρτώνοντας σαν φίδι, τον λαιμό του,
Ετραγουδούσε με χρυσό πλουμιδιστό κεφάλι,
Και λές πως ύμνο ήθελε στο ναύαρχο να ψάλλη…
Με τον καιρό οι όρνιθες πληθαίνουν, και μια μέρα
Που έβοσκαν στο πράσινο του λιβαδιού χορτάρι
Και η φωνή του πετεινού ακούγονταν ως πέρα
Η ναυαρχίνα έρχεται και λέει στον Κανάρη ,
Πως η γιορτή του σίμωσε και πως το έχει τάξει,
Εις του Ναυάρχου την γιορτή τον πετεινό να σφάξη.
Ο Ναύαρχος σαν τ‘ άκουσε στη Δέσποινα γυρίζει.
Και με μικρού παιδιού φωνή και σύγχυση και βλέμμα,
Την ώρα που κακή ψυχή σκληρά το βασανίζει
Της λέει: Έχεις την καρδιά πουλιού να χύσεις αίμα;
Και του Κανάρη η καρδιά βαθειά εσυγκινήθη,
Σαν κάτι να την βάρυνε στα πέτρινά του στήθη.
Σ’ αυτή του την συγκίνηση για κάμποσο εστάθη
Ο Ναύαρχος, που μια φορά με τον δαυλό στο χέρι
Χιλιάδες έστελνε νεκρούς στης θάλασσας τα βάθη,
Κι αιμάτωσε τα κύματα με της Τουρκιάς τ’ ασκέρι.
Λυπήθηκε και εθάμπωσε το φλογερό του βλέμμα,
Γιατ΄ άκουσε πως θα χυθή του πετεινού το αίμα…
πηγή
Ο Δημήτριος Κόκκος (Ανδρίτσαινα, 1856 – Αθήνα, 1891) ήταν συγγραφέας και
ποιητής του 19ου αιώνα. Ο Δημήτριος Κόκκος διέπρεψε ως ποιητής με
ισχυρή φαντασία και καλλιτεχνικό αίσθημα. Σκοτώθηκε νεώτατος (36
χρονών). Ένας παράφρονας δολοφόνος τον πυροβόλησε την ώρα που έβγαινε
από το θερινό θέατρο «Ομόνοια», στο οποίο παιζόταν το έργο του «Η Λύρα
του Γερο-Νικόλα». [Βιογραφία]




(1).jpg)
.png)
