Κανείς δεν πρόκειται να φτάσει
και πιο πολύ οι επιβάτες των κοινών δρομολογίων
με το ιδρωμένο εισιτήριο
το βέβαιο προορισμό
και την εφημερίδα.
Οι ακατάβλητοι περιπατητές
το ατελεσφόρητο όλων και του δικού τους
εγχειρήματος
γνωρίζουν.
Κανένα φτάσιμο δεν αναγνώρισαν τα πέλματά τους…
Αλλά
κανενός τέλους δεν δέονται τα βήματα.
Αένναα αναχωρεί η αντιλόπη…
– και το δάγκωμα βαθύ στο λαιμό της.
Ακατευόδοτος βηματισμός…
Στην εξώθυρα ο αέρας μόνος
χαϊδεύει ελαφρά το πρόσωπό τους.
Γέρνει το κεφάλι μειλίχιο
ο φοβερός μολοσσός της υποψίας
που τους κρατούσαν έγκλειστους.
Σκύβουν, πριν φύγουν, σηκώνουν
από χάμω τις πέτρες που τους χτύπησαν.
Περπατάνε στον καπνό
περπατάνε στη δροσιά
μέσα από τοίχους περπατάνε
δεν κάμπτουνε το βήμα
το κεφάλι βάζοντας μπροστά
το ανάχωμα βιτρίνες – σκουπίδια καταρρίχνουν.
Στον κόσμο περπατάνε στο σκοτάδι
ζωϊκοί ίσκιοι Αχαιών μαύρων στον αιώνα
ταυτοχρόνως καιόμενοι
καπνιστές με λεπτά δάχτυλα
από ξενύχτι ωχροί σα χαρτοπαίχτες
χαμένοι στους δρόμους κερδισμένοι
ψηλαφώντας πιέζοντας όρια –
Όταν οι έγκλειστοι βγαίνουν στους δρόμους
βγαίνουν πολύ… –
Το λεωφορείο μουγγρίζοντας πρόβαση και
αργόσχολοι είπαν οι αργόστροφοι. Σιωπή.
Η πίσσα είπε κάποιος.
Είναι πορειομανείς ψυχικώς πληγωμένοι είπαν οι καθήμενοι.
Φταίει η καθιστική ζωή απάντησε μια στριμωγμένη φωνή.
Όχι δε φταίει η πίσσα αλλά η λύσσα η λύσσα – πίσσα
είπε κάποιος στο βάθος.
Σταματήστε επιτέλους είπαν οι όρθιοι –
Στη δροσιά περπατάνε!..
Αμετανόητοι κάτι σαν τελευταίοι ενός είδους
χαμογελούν στο χέρι που τους πέταξε στα πλήθη.
Όχι πληγωμένοι…
Η πληγή τους κλασσική του στήθους.
Είναι οι δρόμοι τα πονεμένα στρεβλά πέλματά
τους η μαρτυρία διόδων υψιπέδου αλλά χωμένη.
Σπίτι τους γυρίζοντας
φέρνουν μονάχα
λίγη σκόνη.
Όταν τινάζουν το ένδυμά τους
χορεύει σα μια δέσμη φωτός.
Ένα τίποτα φυσικά.
Μικρότερη μόνο και
γενναιότερη η πλάνη τους.
Κανείς δεν πρόκειται να φτάσει.
πηγή
και πιο πολύ οι επιβάτες των κοινών δρομολογίων
με το ιδρωμένο εισιτήριο
το βέβαιο προορισμό
και την εφημερίδα.
Οι ακατάβλητοι περιπατητές
το ατελεσφόρητο όλων και του δικού τους
εγχειρήματος
γνωρίζουν.
Κανένα φτάσιμο δεν αναγνώρισαν τα πέλματά τους…
Αλλά
κανενός τέλους δεν δέονται τα βήματα.
Αένναα αναχωρεί η αντιλόπη…
– και το δάγκωμα βαθύ στο λαιμό της.
Ακατευόδοτος βηματισμός…
Στην εξώθυρα ο αέρας μόνος
χαϊδεύει ελαφρά το πρόσωπό τους.
Γέρνει το κεφάλι μειλίχιο
ο φοβερός μολοσσός της υποψίας
που τους κρατούσαν έγκλειστους.
Σκύβουν, πριν φύγουν, σηκώνουν
από χάμω τις πέτρες που τους χτύπησαν.
Περπατάνε στον καπνό
περπατάνε στη δροσιά
μέσα από τοίχους περπατάνε
δεν κάμπτουνε το βήμα
το κεφάλι βάζοντας μπροστά
το ανάχωμα βιτρίνες – σκουπίδια καταρρίχνουν.
Στον κόσμο περπατάνε στο σκοτάδι
ζωϊκοί ίσκιοι Αχαιών μαύρων στον αιώνα
ταυτοχρόνως καιόμενοι
καπνιστές με λεπτά δάχτυλα
από ξενύχτι ωχροί σα χαρτοπαίχτες
χαμένοι στους δρόμους κερδισμένοι
ψηλαφώντας πιέζοντας όρια –
Όταν οι έγκλειστοι βγαίνουν στους δρόμους
βγαίνουν πολύ… –
Το λεωφορείο μουγγρίζοντας πρόβαση και
αργόσχολοι είπαν οι αργόστροφοι. Σιωπή.
Η πίσσα είπε κάποιος.
Είναι πορειομανείς ψυχικώς πληγωμένοι είπαν οι καθήμενοι.
Φταίει η καθιστική ζωή απάντησε μια στριμωγμένη φωνή.
Όχι δε φταίει η πίσσα αλλά η λύσσα η λύσσα – πίσσα
είπε κάποιος στο βάθος.
Σταματήστε επιτέλους είπαν οι όρθιοι –
Στη δροσιά περπατάνε!..
Αμετανόητοι κάτι σαν τελευταίοι ενός είδους
χαμογελούν στο χέρι που τους πέταξε στα πλήθη.
Όχι πληγωμένοι…
Η πληγή τους κλασσική του στήθους.
Είναι οι δρόμοι τα πονεμένα στρεβλά πέλματά
τους η μαρτυρία διόδων υψιπέδου αλλά χωμένη.
Σπίτι τους γυρίζοντας
φέρνουν μονάχα
λίγη σκόνη.
Όταν τινάζουν το ένδυμά τους
χορεύει σα μια δέσμη φωτός.
Ένα τίποτα φυσικά.
Μικρότερη μόνο και
γενναιότερη η πλάνη τους.
Κανείς δεν πρόκειται να φτάσει.
πηγή
Ο Τάκης Παυλοστάθης (Άμφισσα 1946-1999), εξέχουσα μορφή της ποίησής μας
από τη μεταπολίτευση και εξής, έδωσε μόνο δύο βιβλία όσο ζούσε (1974 και
1993) και λιγοστά σκόρπια δημοσιεύματα, που ήταν όμως αρκετά για να του
εξασφαλίσουν θερμούς φίλους και θαυμαστές. Αν και ολιγογράφος εκ φύσεως
και εν πεποιθήσεως, άφησε ωστόσο έναν πολύ μεγαλύτερο όγκο ευσυνείδητης
από την αρχή, αλλά και και ώριμης παραγωγής που συγκεντρώνεται στον
παρόντα τόμο (ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΕΖΑ 1964-1999, εκδ. Νεφέλη) μερίμνη του
Δήμου Άμφισσας -της ιδιαίτερης πατρίδας του- και που ανασηματοδοτεί τον
ρόλο του στις πνευματικές ζυμώσεις, τις αναζητήσεις και τους
προσανατολισμούς της χώρας μας κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Ο Τάκης
Παυλοστάθης, ήταν για τον ποιητή Δημήτρη Αρμάου, «ένας σεμνός από
ακοίμητη κριτική και αυτοκριτική διάθεση, από ισχυρή αίσθηση του
περιττού και του γελοίου• ήταν κοινωνικά σκεπτικιστής και σε μια
αδιάκοπη άμυνα έναντι οιασδήποτε "πολιτικής" παραμυθίας, προσηλωμένος
σταθερά σε όσες αξίες βασάνισε πριν θέσει υπό έλεγχο και υιοθετήσει, μα
κι άλλο τόσο ανοιχτός αντίκρυ σε κάθε νεωτερισμό στη ζωή και την τέχνη.
Ήταν γλωσσικά και τεχνοτροπικά ανεξίθρησκος, διατρέχοντας όλη την
κλίμακα του σεβασμού μπροστά στη γλώσσα και τη μαστορική, από τιμητής
έως προκλητικά αδιάφορος. Εχθρός κάθε ζηλωτισμού αβέβαιης έδρασης,
παραδειγματικά ανεξάρτητος. Και ταυτόχρονα, ένας λεπτός παρατηρητής του
ζην και λάτρης της συμμετοχής, παθιασμένος με τη μετάγγιση του βιώματος,
ει δυνατόν εν θερμώ στα προσωπικά του γραπτά, μακριά από κάθε
κομφορμισμό και ψυχική μειοδοσία». Ο Τάκης Παυλοστάθης παρέμεινε πάντα
μοναχικός και απόμακρος, σε συνειδητό αυτοεγκλεισμό σύμφωνο με τα υψηλά
του κριτήρια με τα οποία αξιολογούσε κάθε δημόσια παρουσία. Η δική του
δημόσια παρουσία υπήρξε ελάχιστη πλην όμως διακριτή. Δύο ποιητικές
συλλογές, λίγα πεζά και μερικές βιβλιοκρισίες δημοσιευμένα σε περιοδικά
ύστερα από έντονες παρακινήσεις φίλων. Το ελάχιστο που είναι όμως ήδη
πολύ. [amfissacity.blogspot.com]




(1).jpg)
.png)

