Καλότυχοι οι νεκροί που λησμονάνε
την πίκρια της ζωής. Όντας βυθίσει
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήσει
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να ’ναι.
Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση∙
μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει
α στάξει γι’ αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.
Κι αν πιουν θολό νερό ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδήλι,
πόνους παλιούς που μέσα τους κοιμούνται.−
Α δε μπορείς παρά να κλαίς το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν∙
θέλουν, μα δε βολεί να λησμονήσουν.
πηγή
την πίκρια της ζωής. Όντας βυθίσει
ο ήλιος και το σούρουπο ακλουθήσει
μην τους κλαις, ο καημός σου όσος και να ’ναι.
Τέτοιαν ώρα οι ψυχές διψούν και πάνε
στης λησμονιάς την κρουσταλλένια βρύση∙
μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει
α στάξει γι’ αυτές δάκρυ όθε αγαπάνε.
Κι αν πιουν θολό νερό ξαναθυμούνται,
διαβαίνοντας λιβάδια από ασφοδήλι,
πόνους παλιούς που μέσα τους κοιμούνται.−
Α δε μπορείς παρά να κλαίς το δείλι,
τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν∙
θέλουν, μα δε βολεί να λησμονήσουν.
πηγή
Ο Λορέντζος Μαβίλης (Ιθάκη, 1860 - Ιωάννινα, 1912) ήταν Ελληνοϊσπανός
λυρικός ποιητής, και συνθέτης σκακιστικών προβλημάτων. Ο Μαβίλης
σκοτώθηκε κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Θεωρείται ο μεγαλύτερος
σονετογράφος της Ελλάδας. Λέγεται ότι διατηρούσε ερωτικό δεσμό με την
ποιήτρια Μυρτιώτισσα - κατά κόσμον Θεώνη Δρακοπούλου, η οποία υπηρέτησε την ερωτική ποίηση και το ποίημά της "Τι άλλο καλέ μου"
(1925) είναι αφιερωμένο στη μνήμη του. Ως φόρο τιμής στο συνολικό έργο
του Μαβίλη η κεντρική πλατεία της γενέτειράς του, Ιθάκης, έχει πάρει το
ονομά του. [Βιογραφία]