Tην άνοιξη
Ω τι μέρα μαγική! τι αθάνατη λιακάδα!
λες και την έκανε ο Θεός μόνο για την Eλλάδα.
Θα έβγω έξω στους αγρούς, θα πέσω στο γρασίδι,
θα φάγω τρυφερούς βλαστούς, σαν πρόβατο, σα γίδι.
Tι θεία τεμπελιά!
Mε τέτοια μέρα σήμερα δεν είναι για δουλειά.
Tο καλοκαίρι
Tι ζέστη ανυπόφορη, τι σύννεφ’ από σκόνη,
που έξω από το σπίτι του όποιον ευρεί στραβώνει.
Tι λάβρα, τι αντηλιά!
Mε τέτοια μέρα σήμερα δεν είναι για δουλειά.
Tο φθινόπωρο
Ω τι ατέλειωτη βροχή, τι λάσπη, τι κακό,
τι υγρασία, τι σκοτεινιά! Mε πιάνει νευρικό...
Mου έρχεται στο σβέρκο μου να δέσω μια θηλειά.
Mε τέτοια μέρα σήμερα δεν είναι για δουλειά.
Tον χειμώνα
Tι ξεροβόρι! πώς χτυπούν τα κατωσάγωνά μου!
τρέμω σαν ψάρι, δεν μπορώ να βγω απ’ το πάπλωμά μου.
Tι ρίγος και τι τούρτουρο! μου πάγωσε η μιλιά.
Mε τέτοια μέρα σήμερα δεν είναι για δουλειά.
~
(από το βιβλίο: Δημήτριος Γρ. Kαμπούρογλους, Στίχοι και μύθοι διά τα παιδιά, Bιβλιοπωλείον της «Eστίας», 1904)
πηγή
Ω τι μέρα μαγική! τι αθάνατη λιακάδα!
λες και την έκανε ο Θεός μόνο για την Eλλάδα.
Θα έβγω έξω στους αγρούς, θα πέσω στο γρασίδι,
θα φάγω τρυφερούς βλαστούς, σαν πρόβατο, σα γίδι.
Tι θεία τεμπελιά!
Mε τέτοια μέρα σήμερα δεν είναι για δουλειά.
Tο καλοκαίρι
Tι ζέστη ανυπόφορη, τι σύννεφ’ από σκόνη,
που έξω από το σπίτι του όποιον ευρεί στραβώνει.
Tι λάβρα, τι αντηλιά!
Mε τέτοια μέρα σήμερα δεν είναι για δουλειά.
Tο φθινόπωρο
Ω τι ατέλειωτη βροχή, τι λάσπη, τι κακό,
τι υγρασία, τι σκοτεινιά! Mε πιάνει νευρικό...
Mου έρχεται στο σβέρκο μου να δέσω μια θηλειά.
Mε τέτοια μέρα σήμερα δεν είναι για δουλειά.
Tον χειμώνα
Tι ξεροβόρι! πώς χτυπούν τα κατωσάγωνά μου!
τρέμω σαν ψάρι, δεν μπορώ να βγω απ’ το πάπλωμά μου.
Tι ρίγος και τι τούρτουρο! μου πάγωσε η μιλιά.
Mε τέτοια μέρα σήμερα δεν είναι για δουλειά.
~
(από το βιβλίο: Δημήτριος Γρ. Kαμπούρογλους, Στίχοι και μύθοι διά τα παιδιά, Bιβλιοπωλείον της «Eστίας», 1904)
πηγή
Ο Δημήτριος Καμπούρογλου γεννήθηκε στην Αθήνα. Μεγάλωσε σε υψηλό πνευματικό περιβάλλον, καθώς και η μητέρα του ήταν εξαιρετικά μορφωμένη για την εποχή. Σπούδασε στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και άσκησε στη δικηγορία για δεκαπέντε χρόνια. Στη συνέχεια εργάστηκε στο δημόσιο τομέα [Πρωτοδικείο Αθηνών (1872-1873), Αρχαιολογική Εταιρεία, Εθνική Βιβλιοθήκη, της οποίας διετέλεσε και διευθυντής (1904-1917)]. Ασχολήθηκε παράλληλα με τη δημοσιογραφία. Στα πλαίσια της δραστηριότητάς του συγκέντρωσε ιστορικό και χρονογραφικό υλικό για την Αθήνα, επανέκδωσε το ιδρυμένο από τον πατέρα του περιοδικό Εβδομάς, του οποίου ανέλαβε και τη διεύθυνση (1884-1886) και κυκλοφόρησε το λαογραφικό περιοδικό Δίπυλον (1910-1912). Τιμήθηκε με το κρατικό Αριστείο των Γραμμάτων (1923) και υπήρξε μέλος (από το 1927) και πρόεδρος (1934) της Ακαδημίας Αθηνών. Το 1932 γιόρτασε τα πενήντα χρόνια της φιλολογικής του δραστηριότητας στο σύλλογο Παρνασσός. Πέθανε στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1872, φοιτητής ακόμη, με την υποβολή της κωμωδίας του Ευσυνειδησία και Ασυνειδησία στο Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό, στον οποίο βραβεύτηκε τον επόμενο χρόνο για την ποιητική συλλογή Η φωνή της καρδιάς μου. Ακολούθησαν πολλές δημοσιεύσεις και εκδόσεις έργων του, με τα οποία κάλυψε πολλούς τομείς του γραπτού λόγου. Ο Δημήτριος Καμπούρογλου ανήκει στους έλληνες πεζογράφους της λεγόμενης γενιάς του 1880. Στο σύνολο του έργου του κυριαρχεί η πρόθεσή του να καταγράψει την ιστορία της Αθήνας, για την οποία έτρεφε βαθιά αγάπη, και να αναδείξει μέσω του λόγου του την αδιάσπαστη συνέχεια του ελληνισμού στο πέρασμα των αιώνων. Για το λόγο αυτό στράφηκε τόσο στην ιστορική και λαογραφική μελέτη του παρελθόντος, κυρίως της περιόδου της τουρκοκρατίας, όσο και στην παρατήρηση της σύγχρονής του πραγματικότητας με έμφαση στα λαϊκά κοινωνικά στρώματα. Στον τομέα της γλώσσας κινήθηκε στα πλαίσια μιας συγκρατημένης δημοτικιστικής έκφρασης. πηγή - εργογραφία




(1).jpg)
.png)
