Λογικό, λογικό, λογικό... περάσαμε από
δέκα οίκους –έτσι τους λένε, οίκους–
ψάχνοντας ένα θάλαμο να δέχονται μωρά
που μοιάζουνε με σένα. Κάθε φορά, τα μάτια αυτά
που δεν ανήκουν σε κανέναν
καρφώνονταν επάνω μας,
αυτοί οι επισκέπτες
από το δρόμο που σαλεύει εκεί έξω.
Κοιτούσαν, ναι, αλλά δεν είχανε ιδέα για το χρόνο
εκεί στον οίκο όπου τα μωρά δε μεγαλώνουνε ποτέ.
Αγόρι μου, αθώος και πράος ο εγκέφαλός σου,
μα απαρχαιωμένος.
Τα πιο καινούρια φάρμακα κι η ταραχή της οικογένειας
πίσω σε τράβηξαν ξανά,
εκείνες τις πολλές φορές που πήγες να πεθάνεις.
Κόντρα στην ένοχη ευχή μου, αέρα πήραν
οι βουλωμένες αρτηρίες σου και έβγαλαν φωνή,
όπως ο Λάζαρος.
Η μάνα σου είπε στην αρχή ... γιατί εγώ! Γιατί σ' εμένα!
Μα το ξεπέρασε. Σήμερα απολαμβάνει
την ανιαρή φροντίδα κάθε μέρας μαζί με τον φρενήρη
ηρωισμό της.
Εσύ δεν αγαπάς κανέναν. Αυτή δε μεγαλώνει ένα παιδί.
Μεγαλώνει μία πέτρα που θα δέσει στο λαιμό της.
Μερικές νύχτες στο κρεβάτι μας, εκείνη ροχαλίζει επάνω μου
με στόμα παγωμένο
κι άλλοτε, όπως γυρνάει και τα φιλιά της αναδύονται απ' τη θάλασσα,
φέρνω στο νου μου ιστορίες κακές
για τέρατα και για ναυάγια.
Φέρνω στο νου μου εκείνη τη σκανδιναβική ιστορία
γι’ αυτόν το βασιλιά που σκότωσε εννέα γιους του στη σειρά.
Σφαγιάστηκαν στη χονδρική,
μοιράζονταν μονάχα μια ζωή,
όπως εσύ, γιε μου,
τη δική μου.
δέκα οίκους –έτσι τους λένε, οίκους–
ψάχνοντας ένα θάλαμο να δέχονται μωρά
που μοιάζουνε με σένα. Κάθε φορά, τα μάτια αυτά
που δεν ανήκουν σε κανέναν
καρφώνονταν επάνω μας,
αυτοί οι επισκέπτες
από το δρόμο που σαλεύει εκεί έξω.
Κοιτούσαν, ναι, αλλά δεν είχανε ιδέα για το χρόνο
εκεί στον οίκο όπου τα μωρά δε μεγαλώνουνε ποτέ.
Αγόρι μου, αθώος και πράος ο εγκέφαλός σου,
μα απαρχαιωμένος.
Τα πιο καινούρια φάρμακα κι η ταραχή της οικογένειας
πίσω σε τράβηξαν ξανά,
εκείνες τις πολλές φορές που πήγες να πεθάνεις.
Κόντρα στην ένοχη ευχή μου, αέρα πήραν
οι βουλωμένες αρτηρίες σου και έβγαλαν φωνή,
όπως ο Λάζαρος.
Η μάνα σου είπε στην αρχή ... γιατί εγώ! Γιατί σ' εμένα!
Μα το ξεπέρασε. Σήμερα απολαμβάνει
την ανιαρή φροντίδα κάθε μέρας μαζί με τον φρενήρη
ηρωισμό της.
Εσύ δεν αγαπάς κανέναν. Αυτή δε μεγαλώνει ένα παιδί.
Μεγαλώνει μία πέτρα που θα δέσει στο λαιμό της.
Μερικές νύχτες στο κρεβάτι μας, εκείνη ροχαλίζει επάνω μου
με στόμα παγωμένο
κι άλλοτε, όπως γυρνάει και τα φιλιά της αναδύονται απ' τη θάλασσα,
φέρνω στο νου μου ιστορίες κακές
για τέρατα και για ναυάγια.
Φέρνω στο νου μου εκείνη τη σκανδιναβική ιστορία
γι’ αυτόν το βασιλιά που σκότωσε εννέα γιους του στη σειρά.
Σφαγιάστηκαν στη χονδρική,
μοιράζονταν μονάχα μια ζωή,
όπως εσύ, γιε μου,
τη δική μου.
Η Anne Sexton, (1928-1974) ήταν Αμερικανίδα ποιήτρια και συγγραφέας (για ένα διάστημα δούλεψε και ως μοντέλο). Μια γυναίκα καταθλιπτική, βασανισμένη από προσωπικά βιώματα από την παιδική της κιόλας ηλικία και μια συνέχεια προβληματική με αλλεπάλληλες εισόδους σε κλινικές και ψυχιατρικά ιδρύματα, απόπειρες αυτοκτονίας και προσπάθειες απόδρασης από την καθημερινότητα. Το 1956 (στα 28 της) με την καθοδήγηση του ψυχιάτρου της η Σέξτον αρχίζει να γράφει ποιήματα με σκοπό να βρει κάτι δημιουργικό και ταυτόχρονα θεραπευτικό για την υγεία της. Ποτέ της όμως δεν κατάφερε να νικήσει την κατάθλιψή της..
Ήταν απ’ τα πρωταγωνιστικά μέλη του αμερικανικού κινήματος της Εξομολογητικής Ποίησης και από τις σπουδαιότερες ποιήτριες των αμερικανικών γραμμάτων. Το 1967 κέρδισε το Βραβείο Πούλιτζερ για τη συλλογή της Live or Die.
Με τον ποιητικό της λόγο ΜΊΛΗΣΕ ΑΝΟΙΧΤΆ ΓΙΑ ΖΗΤΉΜΑΤΑ ΌΠΩΣ η εμμηνόρροια, η έκτρωση, ο αυνανισμός και για τη μοιχεία που έως τότε δεν είχαν αγγίξει άλλοι ποιητές. Η Σέξτον δεν δίστασε να φέρει στο φως θραύσματα από το “πιο βαθύ και πιο σπασμένο κομμάτι (της)”, γράφοντας για πρώτη φορά τόσο ανοιχτά για τις εμπειρίες της από τις ψυχιατρικές κλινικές, τον αλκοολισμό του πατέρα της, τη βαριά επιρροή της μητέρας της στη ζωή της, την παιδική ηλικία, αλλά και τους εραστές της, τη μητρότητα, τη θηλυκότητα, την τρέλα και βεβαίως το θάνατο. Ήδη από την έκδοση της πρώτης ποιητικής συλλογής της το 1960, τα ποιήματά της είχαν τεράστια απήχηση σε κοινό και κριτικούς και η ίδια ήταν εξαιρετικά δημοφιλής καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της.
Η ΊΔΙΑ ΈΛΕΓΕ: «Υπήρξα θύμα του Αμερικανικού Ονείρου, του μικροαστισμού, του οράματος της μεσαίας τάξης. Το μόνο που ήθελα ήταν ένα κομμάτι ζωή, να παντρευτώ, να κάνω παιδιά (έκανε 2). Νόμιζα ότι οι εφιάλτες, τα οράματα, οι δαίμονες, θα έφευγαν αν υπήρχε αρκετή αγάπη για να τα καταλαγιάσει. Έκανα τ’ αδύνατα δυνατά να ζήσω μια συμβατική ζωή, γιατί έτσι μεγάλωσα, γιατί αυτό ήταν που ήθελε ο σύζυγος μου για μένα. ΑΛΛΆ ΔΕΝ ΓΊΝΕΤΑΙ να χτίζεις μικρούς φράχτες για να κρατάς τους εφιάλτες απ’ έξω. Το γυαλί έσπασε κάπου στα είκοσι οχτώ μου».
ΌΠΟΤΕ πλησίαζαν τα γενέθλια της ετοιμαζόταν ν’ αυτοκτονήσει. Το προσπάθησε πολλές φορές -μέχρι να το καταφέρει. Ένα μήνα πριν κλείσει τα 46 χρόνια, έκρυψε τα τσιγάρα της πίσω από μια ανθισμένη γλάστρα, πήγε στο γκαράζ κι άναψε τη μηχανή της κόκκινης Cougar. (αυτοκτονία με εισπνοή μονοξειδίου του άνθρακα)
ΜΕ ΤΗ ΦΡΑΣΗ "Θα ξεκινήσω με ένα ποίημα που περιγράφει τι είδους ποιήτρια είμαι, τι είδους γυναίκα είμαι, οπότε, εάν δεν σας αρέσει, μπορείτε να φύγετε πριν συνεχίσω." ΞΕΚΙΝΟΎΣΕ ΠΆΝΤΑ τις δημόσιες αναγνώσεις της. Καθόταν στο κέντρο του αμφιθεάτρου, έβγαζε τα παπούτσια της, άναβε ένα τσιγάρο και άρχιζε..
Ήταν απ’ τα πρωταγωνιστικά μέλη του αμερικανικού κινήματος της Εξομολογητικής Ποίησης και από τις σπουδαιότερες ποιήτριες των αμερικανικών γραμμάτων. Το 1967 κέρδισε το Βραβείο Πούλιτζερ για τη συλλογή της Live or Die.
Με τον ποιητικό της λόγο ΜΊΛΗΣΕ ΑΝΟΙΧΤΆ ΓΙΑ ΖΗΤΉΜΑΤΑ ΌΠΩΣ η εμμηνόρροια, η έκτρωση, ο αυνανισμός και για τη μοιχεία που έως τότε δεν είχαν αγγίξει άλλοι ποιητές. Η Σέξτον δεν δίστασε να φέρει στο φως θραύσματα από το “πιο βαθύ και πιο σπασμένο κομμάτι (της)”, γράφοντας για πρώτη φορά τόσο ανοιχτά για τις εμπειρίες της από τις ψυχιατρικές κλινικές, τον αλκοολισμό του πατέρα της, τη βαριά επιρροή της μητέρας της στη ζωή της, την παιδική ηλικία, αλλά και τους εραστές της, τη μητρότητα, τη θηλυκότητα, την τρέλα και βεβαίως το θάνατο. Ήδη από την έκδοση της πρώτης ποιητικής συλλογής της το 1960, τα ποιήματά της είχαν τεράστια απήχηση σε κοινό και κριτικούς και η ίδια ήταν εξαιρετικά δημοφιλής καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της.
Η ΊΔΙΑ ΈΛΕΓΕ: «Υπήρξα θύμα του Αμερικανικού Ονείρου, του μικροαστισμού, του οράματος της μεσαίας τάξης. Το μόνο που ήθελα ήταν ένα κομμάτι ζωή, να παντρευτώ, να κάνω παιδιά (έκανε 2). Νόμιζα ότι οι εφιάλτες, τα οράματα, οι δαίμονες, θα έφευγαν αν υπήρχε αρκετή αγάπη για να τα καταλαγιάσει. Έκανα τ’ αδύνατα δυνατά να ζήσω μια συμβατική ζωή, γιατί έτσι μεγάλωσα, γιατί αυτό ήταν που ήθελε ο σύζυγος μου για μένα. ΑΛΛΆ ΔΕΝ ΓΊΝΕΤΑΙ να χτίζεις μικρούς φράχτες για να κρατάς τους εφιάλτες απ’ έξω. Το γυαλί έσπασε κάπου στα είκοσι οχτώ μου».
ΌΠΟΤΕ πλησίαζαν τα γενέθλια της ετοιμαζόταν ν’ αυτοκτονήσει. Το προσπάθησε πολλές φορές -μέχρι να το καταφέρει. Ένα μήνα πριν κλείσει τα 46 χρόνια, έκρυψε τα τσιγάρα της πίσω από μια ανθισμένη γλάστρα, πήγε στο γκαράζ κι άναψε τη μηχανή της κόκκινης Cougar. (αυτοκτονία με εισπνοή μονοξειδίου του άνθρακα)
ΜΕ ΤΗ ΦΡΑΣΗ "Θα ξεκινήσω με ένα ποίημα που περιγράφει τι είδους ποιήτρια είμαι, τι είδους γυναίκα είμαι, οπότε, εάν δεν σας αρέσει, μπορείτε να φύγετε πριν συνεχίσω." ΞΕΚΙΝΟΎΣΕ ΠΆΝΤΑ τις δημόσιες αναγνώσεις της. Καθόταν στο κέντρο του αμφιθεάτρου, έβγαζε τα παπούτσια της, άναβε ένα τσιγάρο και άρχιζε..