«όλοι εν τέλει είναι δούλοι στην τύχην και στην στερρὰν ἀνάγκην» Ευριπίδης
Ο πόλεμος έγινε όργανο στο ανθρώπινο σώμα.Τα παλάτια της Τροίας λεηλατήθηκαν
σαν φίδια άλλαξαν δέρμα οι κυράδες.
Ωμές.
Αδίστακτες.
Το σώμα θα ταφεί.
Κανείς δεν θα πετάξει τους ξένους,
τους φίλους ή τους συγγενείς
μέσα στη θάλασσα.
Έτσι μοιάζει ο πόλεμος Εκάβη.
Τρομαγμένα αστέρια σκέπασαν με πάχνη τα ποτάμια.
Η ερημιά της πόλης έθαψε τα παιδιά της στο αίμα.
Οι ανθισμένοι κήποι σύστησαν τον τρόμο στους εφήβους.
Τα τριαντάφυλλα δίστασαν να θαυμάσουν το χάραμα και
τα πέτρινα σπίτια εγκαταλείφθηκαν από τα χελιδόνια.
Αυτός είναι ο πόλεμος Εκάβη,
μην διακινδυνεύεις τη ζωή σου
θα τυφλώσουμε τον άκαρδο τύραννο,
τον πατριάρχη, τον βασιλιά, τον αυτοκράτορα.
Οι παρθένες έθαψαν τις αρετές τους.
Ανήμποροι γερασμένοι άντρες χάθηκαν στις γωνίες των δρόμων.
Οι τραυματισμένοι ήρωες χλόμιασαν σαν αλεπούδες
κάτω από τα ρούχα της μάνας τους.
Αυτό είναι ο πόλεμος Εκάβη,
μην στεναχωρείσαι
θα επιτεθείς στη Χώρα των Κυκλώπων.
Τα βρέφη κοίταξαν τα δάκρυα των άταφων μονομάχων.
Αδέσποτα σκυλιά μάζεψαν τις
τελευταίες νυχτοπεταλούδες της πόλης.
Φυλακές δεν υπήρχαν.
Στρατός δεν υπήρχε – μόνο
το όραμα της διαμαρτυρίας και αυτός ο περίφημος χορός.
Η τρέλα αντιλαλούσε ανάμεσα στα δάχτυλα της.
Ο πόλεμος έγινε όργανο στο ανθρώπινο σώμα.
Οι εχθροί αφάνισαν τα καλοκαίρια.
Οι μισθοφόροι πυροβολούσαν ασταμάτητα
το φως των γιορτών.
Ο λαός προσευχόταν κρυφά σε παραιτημένους στάβλους.
Οι λεγεώνες των άλλων ίππευαν ταύρους
και αετούς πάνω από τα κεφάλια μας.
Το χρυσό εξερράγην στα χέρια των βασιλιάδων.
Μην ανησυχείς, Εκάβη μου
θα εκδικηθείς για το χαμό του γιού σου.
Ο πόλεμος έγινε όργανο του ανθρώπινου σώματος.
Η Πολυξένη παραδόθηκε στους θεούς.
Εκάβη μου,
μπορείς να μην αγαπήσεις την πατρίδα σου.
- βάρβαροι στη θέση των βαρβάρων -
Τα έθιμα ομολόγησαν την μυρωδιά της γης τους
περιέγραψαν την ηρωική ευγένεια
του παλιού κόσμου.
Σκορπίστηκαν σκελετοί βασιλιάδων
στις γυμνές αποθήκες των σκλάβων –
ένα πρωί που η στρίγγλα συνείδηση
αρνιόταν να το πιστέψει.
Η σιωπή αγκάλιασε τα παιδιά.
Φόνος εν ψυχρώ. Η πόλη θρηνεί τις έξι κόρες αυτού του κόσμου:
την Αγαθοεργία
την Προσήλωση
την Υπομονή και τη Διαύγεια
την Ηθική και
την Σοφία.
Η πόλη θρηνεί Εκάβη μου.
Η Σίσσυ Δουτσίου είναι ηθοποιός και ποιήτρια. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1980. Σπούδασε Αστροφυσική στο University of Sussex στο Brighton της Αγγλίας και φοίτησε στη δραματική σχολή Δήλος της Δ.Χατούπη. Eίναι ιδρυτικό μέλος του +Ινστιτούτου [ Πειραματικών Τεχνών ]. Συμμετέχει στη συλλογικότητα Κενό Δίκτυο. Πρωταγωνίστησε σε θεατρικές παραστάσεις. Έχουνε γίνει αφιερώματα στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο για το καλλιτεχνικό της έργο και την παρουσία της στο θέατρο. Ποιήματά της έχουν παρουσιαστεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά και έχει συμμετάσχει σε διεθνείς εκθέσεις και φεστιβάλ. Τίτλοι βιβλίων: Η Ηδονοβλεψίας (Κενότητα, 2018). Ω! Απόκρυφον (Κενότητα, 2018). Ένδοξες Μέρες (Κενότητα, 2018). Προσβολή Δημοσίας Αιδούς (Κενότητα, 2018). Μυθολογικά Τέρατα (Κενότητα, 2021).




(1).jpg)
.png)

