Αυτό είναι το κλειδί.
Αυτό είναι το κλειδί για όλα.
Μονάκριβο κλειδί.
Είμαι χειρότερη κι απ’ τα παιδιά του θηροφύλακα,
που σκόνη και ψωμί τσιμπολογάνε.
Ορίστε, εδώ είμαι, με το άρωμά μου προκαλώ.
Άσε με να ξαπλώσω στο χαλί σου,
στο αχυρένιο στρώμα σου – σε ό,τι έχεις πρόχειρο
γιατί μέσα μου το παιδί πεθαίνει, πεθαίνει.
Δεν είμαι βοδινό που θα με φάνε.
Δεν είμαι κάποιου είδους δρόμος.
Όμως τα χέρια σου με ανακαλύψαν σαν αρχιτέκτονες.
Μια κανάτα γάλα! Ήταν δική σου πριν πολλά χρόνια
όταν ζούσα στην κοιλάδα των οστών μου,
βουβά οστά στο βάλτο. Παιχνιδάκια.
Ίσως ένα ξυλόφωνο με δέρμα
άτεχνα τεντωμένο επάνω του.
Μόνο πολύ αργότερα έγινα κάτι αληθινό.
Αργότερα μετρήθηκα σε σύγκριση με σταρ του σινεμά.
Δεν κρίθηκα αντάξια. Υπήρχε κάτι
ανάμεσα στους ώμους μου, όμως ποτέ
δεν ήταν αρκετό.
Σίγουρα υπήρχε ένα λιβάδι,
μα όχι νέοι άντρες να τραγουδούν την αλήθεια.
Τίποτα δεν υπήρχε απ’ το οποίο να αναγνωρίζεται η αλήθεια.
Άμαθη από άντρες, ξάπλωσα πλάι στις αδερφές μου
κι όπως σηκώθηκα απ’ τις στάχτες, φώναξα
«Το φύλο μου θα τρυπηθεί!».
Τώρα είμαι η μάνα σου, η αδερφή σου, το ολοκαίνουριό σου –
φωλιά και σαλιγκάρι.
Ζωντανή είμαι όταν τα δάχτυλά σου ζωντανεύουν.
Φορώ μετάξι – το ντύμα που θα ξεντυθεί—
γιατί μετάξι θέλω να 'χεις στο μυαλό σου.
Όμως αντιπαθώ το ύφασμα. Είναι υπερβολικά τραχύ.
Οπότε, πες μου ό,τι θες μα βρες τα μονοπάτια μου
σαν αναρριχητής,
καθώς εδώ είναι το μάτι, εδώ είναι το κόσμημα,
εδώ που έξαψη διδάσκεται η θηλή.
Είμαι ανισόρροπη – όμως δε με ξετρέλανε το χιόνι.
Είμαι ξετρελαμένη με τον τρόπο των νεαρών κοριτσιών,
προσφέρομαι, προσφέρομαι….
Καίγομαι όπως καίγεται το χρήμα.
Αυτό είναι το κλειδί για όλα.
Μονάκριβο κλειδί.
Είμαι χειρότερη κι απ’ τα παιδιά του θηροφύλακα,
που σκόνη και ψωμί τσιμπολογάνε.
Ορίστε, εδώ είμαι, με το άρωμά μου προκαλώ.
Άσε με να ξαπλώσω στο χαλί σου,
στο αχυρένιο στρώμα σου – σε ό,τι έχεις πρόχειρο
γιατί μέσα μου το παιδί πεθαίνει, πεθαίνει.
Δεν είμαι βοδινό που θα με φάνε.
Δεν είμαι κάποιου είδους δρόμος.
Όμως τα χέρια σου με ανακαλύψαν σαν αρχιτέκτονες.
Μια κανάτα γάλα! Ήταν δική σου πριν πολλά χρόνια
όταν ζούσα στην κοιλάδα των οστών μου,
βουβά οστά στο βάλτο. Παιχνιδάκια.
Ίσως ένα ξυλόφωνο με δέρμα
άτεχνα τεντωμένο επάνω του.
Μόνο πολύ αργότερα έγινα κάτι αληθινό.
Αργότερα μετρήθηκα σε σύγκριση με σταρ του σινεμά.
Δεν κρίθηκα αντάξια. Υπήρχε κάτι
ανάμεσα στους ώμους μου, όμως ποτέ
δεν ήταν αρκετό.
Σίγουρα υπήρχε ένα λιβάδι,
μα όχι νέοι άντρες να τραγουδούν την αλήθεια.
Τίποτα δεν υπήρχε απ’ το οποίο να αναγνωρίζεται η αλήθεια.
Άμαθη από άντρες, ξάπλωσα πλάι στις αδερφές μου
κι όπως σηκώθηκα απ’ τις στάχτες, φώναξα
«Το φύλο μου θα τρυπηθεί!».
Τώρα είμαι η μάνα σου, η αδερφή σου, το ολοκαίνουριό σου –
φωλιά και σαλιγκάρι.
Ζωντανή είμαι όταν τα δάχτυλά σου ζωντανεύουν.
Φορώ μετάξι – το ντύμα που θα ξεντυθεί—
γιατί μετάξι θέλω να 'χεις στο μυαλό σου.
Όμως αντιπαθώ το ύφασμα. Είναι υπερβολικά τραχύ.
Οπότε, πες μου ό,τι θες μα βρες τα μονοπάτια μου
σαν αναρριχητής,
καθώς εδώ είναι το μάτι, εδώ είναι το κόσμημα,
εδώ που έξαψη διδάσκεται η θηλή.
Είμαι ανισόρροπη – όμως δε με ξετρέλανε το χιόνι.
Είμαι ξετρελαμένη με τον τρόπο των νεαρών κοριτσιών,
προσφέρομαι, προσφέρομαι….
Καίγομαι όπως καίγεται το χρήμα.
Η Anne Sexton, (1928-1974) ήταν Αμερικανίδα ποιήτρια και συγγραφέας (για ένα διάστημα δούλεψε και ως μοντέλο). Μια γυναίκα καταθλιπτική, βασανισμένη από προσωπικά βιώματα από την παιδική της κιόλας ηλικία και μια συνέχεια προβληματική με αλλεπάλληλες εισόδους σε κλινικές και ψυχιατρικά ιδρύματα, απόπειρες αυτοκτονίας και προσπάθειες απόδρασης από την καθημερινότητα. Το 1956 (στα 28 της) με την καθοδήγηση του ψυχιάτρου της η Σέξτον αρχίζει να γράφει ποιήματα με σκοπό να βρει κάτι δημιουργικό και ταυτόχρονα θεραπευτικό για την υγεία της. Ποτέ της όμως δεν κατάφερε να νικήσει την κατάθλιψή της..
Ήταν απ’ τα πρωταγωνιστικά μέλη του αμερικανικού κινήματος της Εξομολογητικής Ποίησης και από τις σπουδαιότερες ποιήτριες των αμερικανικών γραμμάτων. Το 1967 κέρδισε το Βραβείο Πούλιτζερ για τη συλλογή της Live or Die.
Με τον ποιητικό της λόγο ΜΊΛΗΣΕ ΑΝΟΙΧΤΆ ΓΙΑ ΖΗΤΉΜΑΤΑ ΌΠΩΣ η εμμηνόρροια, η έκτρωση, ο αυνανισμός και για τη μοιχεία που έως τότε δεν είχαν αγγίξει άλλοι ποιητές. Η Σέξτον δεν δίστασε να φέρει στο φως θραύσματα από το “πιο βαθύ και πιο σπασμένο κομμάτι (της)”, γράφοντας για πρώτη φορά τόσο ανοιχτά για τις εμπειρίες της από τις ψυχιατρικές κλινικές, τον αλκοολισμό του πατέρα της, τη βαριά επιρροή της μητέρας της στη ζωή της, την παιδική ηλικία, αλλά και τους εραστές της, τη μητρότητα, τη θηλυκότητα, την τρέλα και βεβαίως το θάνατο. Ήδη από την έκδοση της πρώτης ποιητικής συλλογής της το 1960, τα ποιήματά της είχαν τεράστια απήχηση σε κοινό και κριτικούς και η ίδια ήταν εξαιρετικά δημοφιλής καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της.
Η ΊΔΙΑ ΈΛΕΓΕ: «Υπήρξα θύμα του Αμερικανικού Ονείρου, του μικροαστισμού, του οράματος της μεσαίας τάξης. Το μόνο που ήθελα ήταν ένα κομμάτι ζωή, να παντρευτώ, να κάνω παιδιά (έκανε 2). Νόμιζα ότι οι εφιάλτες, τα οράματα, οι δαίμονες, θα έφευγαν αν υπήρχε αρκετή αγάπη για να τα καταλαγιάσει. Έκανα τ’ αδύνατα δυνατά να ζήσω μια συμβατική ζωή, γιατί έτσι μεγάλωσα, γιατί αυτό ήταν που ήθελε ο σύζυγος μου για μένα. ΑΛΛΆ ΔΕΝ ΓΊΝΕΤΑΙ να χτίζεις μικρούς φράχτες για να κρατάς τους εφιάλτες απ’ έξω. Το γυαλί έσπασε κάπου στα είκοσι οχτώ μου».
ΌΠΟΤΕ πλησίαζαν τα γενέθλια της ετοιμαζόταν ν’ αυτοκτονήσει. Το προσπάθησε πολλές φορές -μέχρι να το καταφέρει. Ένα μήνα πριν κλείσει τα 46 χρόνια, έκρυψε τα τσιγάρα της πίσω από μια ανθισμένη γλάστρα, πήγε στο γκαράζ κι άναψε τη μηχανή της κόκκινης Cougar. (αυτοκτονία με εισπνοή μονοξειδίου του άνθρακα)
ΜΕ ΤΗ ΦΡΑΣΗ "Θα ξεκινήσω με ένα ποίημα που περιγράφει τι είδους ποιήτρια είμαι, τι είδους γυναίκα είμαι, οπότε, εάν δεν σας αρέσει, μπορείτε να φύγετε πριν συνεχίσω." ΞΕΚΙΝΟΎΣΕ ΠΆΝΤΑ τις δημόσιες αναγνώσεις της. Καθόταν στο κέντρο του αμφιθεάτρου, έβγαζε τα παπούτσια της, άναβε ένα τσιγάρο και άρχιζε..
Ήταν απ’ τα πρωταγωνιστικά μέλη του αμερικανικού κινήματος της Εξομολογητικής Ποίησης και από τις σπουδαιότερες ποιήτριες των αμερικανικών γραμμάτων. Το 1967 κέρδισε το Βραβείο Πούλιτζερ για τη συλλογή της Live or Die.
Με τον ποιητικό της λόγο ΜΊΛΗΣΕ ΑΝΟΙΧΤΆ ΓΙΑ ΖΗΤΉΜΑΤΑ ΌΠΩΣ η εμμηνόρροια, η έκτρωση, ο αυνανισμός και για τη μοιχεία που έως τότε δεν είχαν αγγίξει άλλοι ποιητές. Η Σέξτον δεν δίστασε να φέρει στο φως θραύσματα από το “πιο βαθύ και πιο σπασμένο κομμάτι (της)”, γράφοντας για πρώτη φορά τόσο ανοιχτά για τις εμπειρίες της από τις ψυχιατρικές κλινικές, τον αλκοολισμό του πατέρα της, τη βαριά επιρροή της μητέρας της στη ζωή της, την παιδική ηλικία, αλλά και τους εραστές της, τη μητρότητα, τη θηλυκότητα, την τρέλα και βεβαίως το θάνατο. Ήδη από την έκδοση της πρώτης ποιητικής συλλογής της το 1960, τα ποιήματά της είχαν τεράστια απήχηση σε κοινό και κριτικούς και η ίδια ήταν εξαιρετικά δημοφιλής καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της.
Η ΊΔΙΑ ΈΛΕΓΕ: «Υπήρξα θύμα του Αμερικανικού Ονείρου, του μικροαστισμού, του οράματος της μεσαίας τάξης. Το μόνο που ήθελα ήταν ένα κομμάτι ζωή, να παντρευτώ, να κάνω παιδιά (έκανε 2). Νόμιζα ότι οι εφιάλτες, τα οράματα, οι δαίμονες, θα έφευγαν αν υπήρχε αρκετή αγάπη για να τα καταλαγιάσει. Έκανα τ’ αδύνατα δυνατά να ζήσω μια συμβατική ζωή, γιατί έτσι μεγάλωσα, γιατί αυτό ήταν που ήθελε ο σύζυγος μου για μένα. ΑΛΛΆ ΔΕΝ ΓΊΝΕΤΑΙ να χτίζεις μικρούς φράχτες για να κρατάς τους εφιάλτες απ’ έξω. Το γυαλί έσπασε κάπου στα είκοσι οχτώ μου».
ΌΠΟΤΕ πλησίαζαν τα γενέθλια της ετοιμαζόταν ν’ αυτοκτονήσει. Το προσπάθησε πολλές φορές -μέχρι να το καταφέρει. Ένα μήνα πριν κλείσει τα 46 χρόνια, έκρυψε τα τσιγάρα της πίσω από μια ανθισμένη γλάστρα, πήγε στο γκαράζ κι άναψε τη μηχανή της κόκκινης Cougar. (αυτοκτονία με εισπνοή μονοξειδίου του άνθρακα)
ΜΕ ΤΗ ΦΡΑΣΗ "Θα ξεκινήσω με ένα ποίημα που περιγράφει τι είδους ποιήτρια είμαι, τι είδους γυναίκα είμαι, οπότε, εάν δεν σας αρέσει, μπορείτε να φύγετε πριν συνεχίσω." ΞΕΚΙΝΟΎΣΕ ΠΆΝΤΑ τις δημόσιες αναγνώσεις της. Καθόταν στο κέντρο του αμφιθεάτρου, έβγαζε τα παπούτσια της, άναβε ένα τσιγάρο και άρχιζε..