Σε κείνη, για να’ρθει.
Στεγνότητα, αμετάβλητο. Schatten verbreiten sich über die Felsen.
Το απογευματινό βουνό με τα μονοπάτια του –φίδια–
και τις αγριοσυκιές σκυλόψυχες με τ’ άγρια σύκα
εισβάλλοντας στο πέλαγο όπου εισέβαλλε πάντα,
τ’ άσπρο καμπαναριό σχεδόν άσπρο,
τις δυο δίφυλλες πόρτες του δίκλιτου ναού,
τις πλάκες στις οποίες στάθηκε η σαύρα
όπου σφάχτηκε ο αρνησίνεκρος κόκορας
που φτερούγιζε ώρα χωρίς κεφάλι,
τα παλιά κάγκελα βαμμένα με τα χρόνια
και τις βάρκες ρυθμικά και τα σάπια βαρέλια
που χάσκουν μες στη σκόνη της σκουριάς
ακόμη στο σχήμα του βαρελιού
όπου δέναν το καλαμοπόδαρο γαϊδούρι όταν λύναν την ιπποπέδη
κι αμελούσε ο οίκτος να το ξεντύσει τα βαριά σταφυλοκόφινα,
η παιδική επαγρύπνηση καταγράφοντας,
η οικογένεια πολυμελής
εναρμονισμένη τότε και ζωντανή,
οι αρμύρες σβήνοντας πάνω στο μαύρο βότσαλο
που βυθιζόταν και κροτάλιζε στα ξέφτια των πελμάτων,
μια ανάμνηση μιας φωτογραφίας,
μια λέξη: βεντέμα.
Η επαρχία όπου βαίνουν τα φαντάσματα των θείων
γεμάτη ψίχουλα απ’ τις μακαριές των μνημόσυνων
κι οι φοβισμένες πια –οι μόνες που άλλαξαν–
τελικές μας φαμίλιες,
η γωνιά όπου ζήσαμε.
Την κοιτάζω τώρα
ψάχνοντας τα πλατιά κεκλιμένα σκαλιά
στις άδειες από ονηλάτες σερπαντίνες των λιθόστρωτων
–ανηφορικά στο πήγαινε, ανηφορικά και στο έλα–
καθώς δε με απειλούν ακόμα τα χρόνια
σ’ αυτή τη στεγνή κάμαρα της αιωνιότητας
–επαρχία του Παρμενίδη–
και μουρμουρώ όπως πριν από δέκα
και δεκαπέντε χρόνια:
Σε περιμένω ακόμα
σιωπώντας
μες στην άλλη,
την άφατη ησυχία μου.
Το απογευματινό βουνό με τα μονοπάτια του –φίδια–
και τις αγριοσυκιές σκυλόψυχες με τ’ άγρια σύκα
εισβάλλοντας στο πέλαγο όπου εισέβαλλε πάντα,
τ’ άσπρο καμπαναριό σχεδόν άσπρο,
τις δυο δίφυλλες πόρτες του δίκλιτου ναού,
τις πλάκες στις οποίες στάθηκε η σαύρα
όπου σφάχτηκε ο αρνησίνεκρος κόκορας
που φτερούγιζε ώρα χωρίς κεφάλι,
τα παλιά κάγκελα βαμμένα με τα χρόνια
και τις βάρκες ρυθμικά και τα σάπια βαρέλια
που χάσκουν μες στη σκόνη της σκουριάς
ακόμη στο σχήμα του βαρελιού
όπου δέναν το καλαμοπόδαρο γαϊδούρι όταν λύναν την ιπποπέδη
κι αμελούσε ο οίκτος να το ξεντύσει τα βαριά σταφυλοκόφινα,
η παιδική επαγρύπνηση καταγράφοντας,
η οικογένεια πολυμελής
εναρμονισμένη τότε και ζωντανή,
οι αρμύρες σβήνοντας πάνω στο μαύρο βότσαλο
που βυθιζόταν και κροτάλιζε στα ξέφτια των πελμάτων,
μια ανάμνηση μιας φωτογραφίας,
μια λέξη: βεντέμα.
Η επαρχία όπου βαίνουν τα φαντάσματα των θείων
γεμάτη ψίχουλα απ’ τις μακαριές των μνημόσυνων
κι οι φοβισμένες πια –οι μόνες που άλλαξαν–
τελικές μας φαμίλιες,
η γωνιά όπου ζήσαμε.
Την κοιτάζω τώρα
ψάχνοντας τα πλατιά κεκλιμένα σκαλιά
στις άδειες από ονηλάτες σερπαντίνες των λιθόστρωτων
–ανηφορικά στο πήγαινε, ανηφορικά και στο έλα–
καθώς δε με απειλούν ακόμα τα χρόνια
σ’ αυτή τη στεγνή κάμαρα της αιωνιότητας
–επαρχία του Παρμενίδη–
και μουρμουρώ όπως πριν από δέκα
και δεκαπέντε χρόνια:
Σε περιμένω ακόμα
σιωπώντας
μες στην άλλη,
την άφατη ησυχία μου.
Ο Αλέξιος Μάινας έχει ελληνογερμανική καταγωγή. Γεννήθηκε το 1976 στην Αθήνα, όπου και μεγάλωσε. Ασχολείται με τη μετάφραση και την επιμέλεια (Καβάφης, Ρίτσος, Μπύχνερ για το θέατρο – μετάφραση/δραματουργία του Βόυτσεκ κλπ.). Συνεργάζεται με θιάσους (π.χ. Ομάδα Ξανθίας, Ελληνογερμανικό Θέατρο, Δημοτικό Θέατρο Πειραιά) και διευθύνει το σεμινάριο «ΣμεΣ» (Συναντήσεις με Συγγραφείς). Γράφει ποίηση, διήγημα και δοκίμιο. Πρώτες δημοσιεύσεις έκανε το 1994. Μεμονωμένα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί και ανθολογηθεί σε οκτώ γλώσσες. Τίτλοι βιβλίων: Το περιεχόμενο του υπόλοιπου (Γαβριηλίδης, 2011 - βραβείο στο Συμπόσιο Ποίησης). Το ξυράφι του Όκαμ (Μικρή Άρκτος, 2014). Ο διαμελισμός του Αδάμ (Ελβετία, ιδιωτ. έκδ. 2018). Ανοσία της αγέλης (εκδ. Μικρή Άρκτος, 2021)