Από τον τόπο των νεκρών δεν ξαναγυρίζεις ποτές.
Κι ας γράφουν τα βιβλία πως πήγε ο Ηρακλής στον Άδη
Κι ας γράφουν τα βιβλία πως πήγε ο Ηρακλής στον Άδη
και γύρισε κουβαλώντας μαζί του τον Κέρβερο.
Όχι που λένε ψέματα οι παλιοί ποιητές.
Ναι, πήγα, μπήκα μ’ ελαφρό βήμα στο σπήλαιο του Ταινάρου
Όχι που λένε ψέματα οι παλιοί ποιητές.
Ναι, πήγα, μπήκα μ’ ελαφρό βήμα στο σπήλαιο του Ταινάρου
περπάτησα στα Τάρταρα
είδα τη Μέδουσα και νίκησα το βλέμμα της, αγάπησα ίσκιο τον Μελέαγρο
στάθηκα μπρος στον Πλούτωνα και κλείσαμε
είδα τη Μέδουσα και νίκησα το βλέμμα της, αγάπησα ίσκιο τον Μελέαγρο
στάθηκα μπρος στον Πλούτωνα και κλείσαμε
τη συμφωνία μας παζαρεύοντας σκληρά·
νόμιζε πως είχε κερδίσει, το είδα στο μοχθηρό χαμόγελό του,
σαν μου είπε πως δεν είχα το δικαίωμα να μπω αρματωμένος στο βασίλειό του.
Όμως εγώ δεν τον φοβήθηκα τον Κέρβερο, τα τρία του κεφάλια,
νόμιζε πως είχε κερδίσει, το είδα στο μοχθηρό χαμόγελό του,
σαν μου είπε πως δεν είχα το δικαίωμα να μπω αρματωμένος στο βασίλειό του.
Όμως εγώ δεν τον φοβήθηκα τον Κέρβερο, τα τρία του κεφάλια,
της ουράς του το κεντρί
το ξέρει όλος ο κόσμος πώς τον νίκησα, πώς τρόμαξε και πάλι ο Ευρυσθέας —
το ξέρει όλος ο κόσμος πώς τον νίκησα, πώς τρόμαξε και πάλι ο Ευρυσθέας —
σαν να ήταν δυνατόν να μην τρομάξει μπρος στην όψη του τη φοβερή
πώς τον ξανάφερα έπειτα στον Άδη σαν καλογυμνασμένο λαγωνικό
τον Κέρβερο που δυναστεύει τους νεκρούς δίχως
πώς τον ξανάφερα έπειτα στον Άδη σαν καλογυμνασμένο λαγωνικό
τον Κέρβερο που δυναστεύει τους νεκρούς δίχως
να ξεχωρίζει τον καλό από τον κακό.
Όμως κανένας ποιητής δεν έγραψε τί ένιωσα όταν
Όμως κανένας ποιητής δεν έγραψε τί ένιωσα όταν
με περικύκλωσαν ζητώντας αίμα οι ψυχές
και στριμώχνονταν απάνω μου κι εγώ δεν έπιανα τίποτα κι εκείνες
και στριμώχνονταν απάνω μου κι εγώ δεν έπιανα τίποτα κι εκείνες
μια μια ξεμάκραιναν απελπισμένες και μοναχές
όταν πήγα ν’ αγγίξω το χέρι του Μελέαγρου κι ήταν ίσκιος, ανέμου ριπή
— ξέρετε τί θα πει ένας κόσμος δίχως αίμα, δίχως χρώμα,
όταν πήγα ν’ αγγίξω το χέρι του Μελέαγρου κι ήταν ίσκιος, ανέμου ριπή
— ξέρετε τί θα πει ένας κόσμος δίχως αίμα, δίχως χρώμα,
όπου δεν σου χρησιμεύει σε τίποτα η αφή;
Βγαίνεις από τον Άδη και δεν τολμάς ν’ αγγίξεις τ’ άλογό σου
Βγαίνεις από τον Άδη και δεν τολμάς ν’ αγγίξεις τ’ άλογό σου
που φρουμάζει, τη γυναίκα, τα μεταξένια μαλλιά του παιδιού
γιατί σου φαίνονται ίσκιοι σαν εκείνους που μακραίνουν στα χωράφια τ’ ατέλειωτα δειλινά του καλοκαιριού.
Από τον κόσμο των νεκρών, σας το λέω, δε γυρίζουν ποτέ τού θανάτου οι ταμένοι
ο ίσκιος τους μονάχα περιπλανιέται στη γη, θυμάται και σωπαίνει.
γιατί σου φαίνονται ίσκιοι σαν εκείνους που μακραίνουν στα χωράφια τ’ ατέλειωτα δειλινά του καλοκαιριού.
Από τον κόσμο των νεκρών, σας το λέω, δε γυρίζουν ποτέ τού θανάτου οι ταμένοι
ο ίσκιος τους μονάχα περιπλανιέται στη γη, θυμάται και σωπαίνει.
Η Λίνα Κάσδαγλη (Κόρινθος, 1921 - 2009) ήταν Ελληνίδα συγγραφέας, επιμελήτρια βιβλίων και μεταφράστρια. Ακολούθησε σπουδές φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και επίσης στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Έγραψε κυρίως ποιήματα και μετέφρασε πολλά έργα ξένων λογοτεχνών. Έλαβε μέρος σε επιτροπές του υπουργείου Παιδείας για τη σύνταξη των σχολικών βιβλίων στην Ελλάδα. Ήταν παντρεμένη με τον συγγραφέα Εμμανουήλ Κάσδαγλη. Η εμφάνισή της στα γράμματα έγινε με τη μετάφραση ενός ποιήματος του Γάλλου ποιητή Σαρλ Πεγκί στη Νέα Εστία, το 1943. Την ίδια περίοδο είχε ήδη δραστηριοποιηθεί στο περιοδικό Η Διάπλαση των Παίδων, στο οποίο έγραφε με το ψευδώνυμο "Ροζελάντια". Ακολούθησε η κυκλοφορία της πρώτης της ποιητικής συλλογής, το 1952 με τίτλο "Ηλιοτρόπια". Υπήρξε υπεύθυνη της έκδοσης του περιοδικού Η Οδηγός (1956-1973) από το Σώμα Ελληνίδων Οδηγών, όπου υπέγραφε με το όνομα "Θεία Νεραντζούλα". Αντιτάχθηκε στη χούντα του 1967, εκδηλώνοντας τη διαμαρτυρία της σε κείμενο που συνυπέγραψαν το 1969 άλλοι 17 συγγραφείς. Έλαβε επίσης μέρος στο πρώτο αντιστασιακό βιβλίο, που δημοσιεύτηκε το 1970 με τίτλο "Δεκαοκτώ κείμενα".