Θα χορέψουμε στο φως των άστρων,
θα τρέξουμε ξυπόλητοι στην άσφαλτο του δρόμου,
στα φώτα των αυτοκινήτων που θα ’ρχονται
θα κοιμηθούμε στα ψηλά χόρτα κοντά στους βατράχους.
Θα μείνουμε μόνοι.
Έπειτα θά ’ρθουν τα φιλήματα να κλείσουνε τα μάτια μας,
τα χέρια θα ενώσουμε στον ύπνο
και το πρωί θα ξυπνήσουμε πεθαμένοι.
πηγή
τα χέρια θα ενώσουμε στον ύπνο
και το πρωί θα ξυπνήσουμε πεθαμένοι.
πηγή
Ο Μήτσος Παπανικολάου (Ύδρα, 1900 - Αθήνα, 1943) ήταν ποιητής του
μεσοπολέμου. Τελειώνοντας το γυμνάσιο άρχισε να γράφει ποιήματα που
δημοσίευε στο περιοδικό του Γρηγόριου Ξενόπουλου
Η διάπλασις των Παίδων. Έγινε δημοσιογράφος και σύντομα αρχισυντάκτης
και διευθυντής στο περιοδικό Μπουκέτο. Το μεγάλο του πάθος ήταν οι
μεταφράσεις. Διαβάζοντας ώρες ολόκληρες ξένη λογοτεχνία, μετέφρασε και
κυριολεκτικά ζωντάνεψε στην ελληνική γλώσσα ποιήματα του Πωλ Βαλερύ, του Μπωντλαίρ, του Μιλόζ, του Βερλαίν και Απολλιναίρ
και άλλων. Ασχολήθηκε επίσης με την κριτική και το δοκίμιο.Το ποιητικό
του έργο είναι μικρό σε ποσότητα αλλά εξαιρετικό σε ποιότητα. Πρόκειται
για 50 περίπου ποιήματα γεμάτα νοσταλγία για τη χαμένη πρώτη νιότη και
γραμμένα με τη τεχνοτροπία του συμβολισμού. Ο Μ. Παπανικολάου είχε όπως ο
φίλος του Ναπολέων Λαπαθιώτης
το πάθος των ναρκωτικών. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος και η Κατοχή και η
φτώχεια, δε μπορούσε να ικανοποιήσει το πάθος του αυτό. Έτσι ξεπούλησε
σιγά σιγά όλα τα πολύτιμα βιβλία του και άλλα πράγματα, που τα φύλαγε
για χρόνια και εγκαταστάθηκε σε ένα φτωχό δωμάτιο στην Κοκκινιά. Στο
δωμάτιο αυτό ζούσε πολύ άθλια γι' αυτό οι φίλοι του φρόντισαν να τον
βάλουν στο δημόσιο Ψυχιατρείο. Εκεί πέθανε μετά από μια δυνατή δόση
ναρκωτικών. [Βιογραφία]