Μολιέρος (Molière)

«Ο κατά φαντασίαν ασθενής» (1673)

722 Ποιητές - 8.171 Ποιήματα

Επιλογή της εβδομάδας..

Οδυσσέας Ελύτης, «Το Μονόγραμμα»

Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές  Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...

Χοσέ Μαρτί (José Julián Marti y Pérez), «Οι Απλοί Στίχοι της Γουανταναμέρα»

 1.
Ι: 1 στροφή από 18
ΕΙΜΑΙ άνθρωπος ντόμπρος κι η γη μου
Είν’ εκεί που ο φοίνικας βγαίνει.
Κι απλούς στίχους να βγάλει η ψυχή μου
Πριν πεθάνω είν’ αυτό που μου μένει.

Ι: 2/18
ΠΑΤΡΙΔΑ μου έχω όλα τα μέρη
Κι από τόπο σε τόπο γυρνάω:
Είμαι τέχνη, κι τέχνη με ξέρει,
Στα βουνά σαν βουνό τριγυρνάω.

Ι: 6/18
ΕΙΔΑ κάποιον να ζει με μπηγμένο
Στα πλευρά του βαθιά το μαχαίρι
Μα ποτέ του δεν είχε ειπωμένο
Ποιας τον είχε σκοτώσει το χέρι.

Ι: 12/18
ΕΧΩ δει τον αετό μες στη δίνη
Του γλαυκού, με πληγές να πετάει.
Στη φωλιά της οχιά να ψοφάει
Το δικό της φαρμάκι σαν πίνει.

4.
ΙΙΙ: 2/12
ΜΕ της γης τους φτωχούς να πλουταίνω
Θ’ αποθέσω την τύχη μου εκεί:
Στου βουνού το ρυάκι χορταίνω,
Πιο απ’ τη θάλασσ’ αυτό μου αρκεί.

III: 9/12
ΓΕΡΝΩ πάνω σε πέτρινο στρώμα
Γλυκός ύπνος, βαθύς ο δικός μου·
Μια μέλισσα μ’ αγγίζει στο στόμα
Κι έχω όλο τον κόσμο εντός μου.

V: 1/4
ΑΝ δεις κύμα στη σιέρα ν’ αφρίζει
Το στιχάκι μου θα ’ναι αυτό
Το στιχάκι μου που είναι βουνό
Και σημαία φτερωτή που ανεμίζει.

V: 2/4
ΕΙΝΑΙ ο στίχος μου σαν το σπαθί
Στη λαβή του έν’ άνθος θωρώ
Είν’ ο στίχος μου σαν μια πηγή
Κοραλλένιο αναβλύζει νερό.

2.
V: 3/4
ΤΟ ΣΤΙΧΑΚΙ μου πράσινο, επίγειο
Και βαθύ κρεμεζί φλογισμένο·
Σαν ελάφι γυρνά λαβωμένο
Στο βουνό για να βρει καταφύγιο.

V: 4 /4
ΣΤΟΝ γενναίο ο στίχος μου αρέσει
Μικρός είναι μα αλήθεια μεγάλη
Δυνατός από φίνο ατσάλι
Σαν σπαθί μες στη μάχη θα πέσει.

XXIII: 2/2
ΜΗ με βάλουν ποτέ στο σκοτάδι
Σαν προδότης να σβήσω σκυφτός·
Είμ’ εντάξει, γι’ αυτό θα πεθάνω
Με το πρόσωπο στου ήλιου το φως!

XXXIV: 2/3
ΕΙΝΑΙ μόνο ένας πόνος κρυμμένος
Που στα βάσανα τ’ άλλα δε μοιάζει:
Πιο μεγάλο στον κόσμο μαράζι
Δεν υπάρχει άμα ζεις σκλαβωμένος!

3.
XXXIX: 1/2
ΑΣΠΡΟ ρόδο στον κήπο ποτίζω
Χειμώνα μα και καλοκαίρι,
Και στον άδολο φίλο χαρίζω
Έτσι απλά αν μου δώσει το χέρι.

XXXIX: 2/2
ΚΑΙ σ’ εκείνον που έρχεται, ωστόσο
Την καρδιά μ’ ασπλαχνιά να μου βγάλει,
Κι εκεί αγκάθι δεν δίνω· μα πάλι
Τ’ άσπρο ρόδο μου αυτό θα του δώσω.

XLIV: 1/4
Η ΛΕΟΠΑΡΔΑΛΗ έχει κονάκι
Στο γυμνό το βουνό της μονιάζει·
Πιο πολλά έχω εγώ· δε με νοιάζει
Αφού έχω ακριβό φιλαράκι.

Το ακροτελεύτιο 4στιχο της συλλογής
XLVI: 11/11
ΣΤΙΧΕ, για Θεό μας λεν κι ακούμε
Εκεί όπου πάνε οι πεθαμένοι:
Στίχε, ή κι οι δυο μας δικασμένοι
Ή κι οι δυο μας θα σωθούμε!

José Martí, Versos Sencillos (1891)
Μετάφραση: Μπάμπης Ζαφειράτος, 2-14 Ιανουαρίου 2020
~
Οι Απλοί Στίχοι (Versos Sencillos) αποτελούνται από 46 άτιτλα ποιήματα με λατινική αρίθμηση (I – XLVI). Τα 44 ποιήματα έχουν συνολικά 204 τετράστιχα (816 στίχοι), υπάρχει ένα ποίημα με τρεις 6στιχες στροφές και ένα ακόμη 39στιχο χωρίς ρίμες. Σύνολο 873 στίχοι.

 Εδώ μεταφράζονται και παρουσιάζονται (με τη σειρά του βιβλίου) 18 τετράστιχα: τα 15 τετράστιχα που κατά καιρούς τραγουδήθηκαν από μεγάλα ονόματα της μουσικής –περιλαμβάνονται τα 4 βασικά της πρώτης εκτέλεσης (αραβ. αρ. 1-4) και των περισσότερων κατοπινών εκτελέσεων–, τα δύο που προηγήθηκαν και το ακροτελεύτιο τετράστιχο της συλλογής.

Κρίθηκε σκόπιμο να παρουσιαστεί και ο Πρόλογος του Χοσέ Μαρτί, γιατί προσθέτει σημαντικές πληροφορίες, τόσο πολιτικοϊστορικές όσο και για την ίδια τη συλλογή, μα και σαν ένα ελάχιστο δείγμα της πρώιμης λενινιστικής σκέψης του. Ο Μαρτί πέθανε όταν ο Λένιν ήταν 25 ετών.  Ακολουθούν 14 βίντεο με ιστορικές και σημαντικές εκτελέσεις (ενδεικτικά) και με διαφοροποιήσεις στη μετάφραση για προσαρμογή στη μελωδία, κάτι όχι εύκολο, λόγω κυρίως του διαφορετικού ερμηνευτικού ύφους (και του τονισμού άρα).

 Ας ληφθεί υπόψη ότι οι στίχοι του Μαρτί είναι Απλοί μεν πολύσημοι δε. Και οι λέξεις του επίσης. Sencillo, π.χ., εκτός από απλός, σημαίνει και: αγνός, ευθύς, γνήσιος αληθινός, έντιμος, λιτός, απέριττος, μετριόφρων, ταπεινός, σεμνός, φυσικός, ειλικρινής ντόμπρος…
Κατά νου και το ελληνικό απλός: απλοϊκός, ανεπιτήδευτος, λιτός, απέριττος.

 Πρόλογος
Οι φίλοι μου ξέρουν πώς βγήκαν αυτοί οι στίχοι απ’ την καρδιά μου. Ήταν εκείνο το χειμώνα της απελπισίας, όπου από  άγνοια ή από φανατική πίστη, από φόβο ή από ευγένεια, συναντήθηκαν στην Ουάσινγκτον, κάτω από τον τρομακτικό αετό, οι λαοί της Ισπανοαμερικής. Ποιος από εμάς έχει ξεχάσει εκείνο το έμβλημα, όπου ο αετός του Μοντερέυ και του Τσαπουλτέπεκ, ο αετός του Λόπες  και του Ουώκερ, είχε γραπώσει με τα νύχια του όλα τα περίπτερα των εθνικών αντιπροσωπειών; Και δεν θα ξεχάσω την αγωνία μέσα στην οποία έζησα, μέχρι να μπορέσω να βεβαιωθώ για τη φρόνηση και την ενέργεια των λαών μας· ούτε τη φρίκη και τη ντροπή που με διακατείχε από το δικαιολογημένο φόβο πως εμείς οι Κουβανοί θα συντρέχαμε, με χέρια πατροκτόνα, στο παράλογο σχέδιο να αποσπαστεί η Κούβα –προς όφελος μόνο ενός νέου μεταμφιεσμένου αφέντη– από μια πατρίδα που δικαίως διεκδικεί και χωρίς αυτήν δεν ολοκληρώνεται, την ισπανοαμερικανική πατρίδα, που την άρπαξαν δυνάμεις διαβρωμένες απ’ το άδικο. Ο γιατρός με έστειλε στα βουνά για ξεκούραση· εκεί ρυάκια κελάρυζαν και σύννεφα σκέπαζαν τον ουρανό· κι έγραψα στίχους. Είναι στιγμές που μουγκρίζει η θάλασσα και μες στην κατάμαυρη νύχτα το κύμα ξεσπάει πάνω στα βράχια ενός αιματοβαμμένου κάστρου· κι άλλοτε πάλι βουίζει η μέλισσα μες στα λουλούδια.

Και ποιος ο λόγος να δημοσιευτεί αυτή η απλότητα, που γράφτηκε σαν παιγνίδι και όχι όπως γράφτηκαν οι εξεγερμένοι ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΣΤΙΧΟΙ μου, οι σκληροί μου εντεκασύλλαβοι, που γεννήθηκαν από μεγάλους φόβους ή από μεγάλες ελπίδες, από αδάμαστο πόθο για την ελευθερία ή από βασανιστική επιθυμία για την ομορφιά, σαν χείμαρρος από ατόφιο χρυσάφι, που ρέει στην άμμο, ανάμεσα σε θολόνερα και σε ρίζες, ή σαν το σίδερο στη φωτιά που τσιτσιρίζει και λάμπει, ή σαν πύρινοι πίδακες; Ή όπως γράφτηκαν οι ΚΟΥΒΑΝΙΚΟΙ ΣΤΙΧΟΙ μου, τόσο θυμωμένοι, που είναι καλύτερα να μένουν αθώρητοι; Και τόση αμαρτία μου ανομολόγητη και τόσο άδολη κι ανυπότακτη λογοτεχνική μου κατάθεση; Γιατί λοιπόν να παρουσιάσω τώρα με αυτά τ’  αγριολούλουδα ένα κομμάτι της ποιητικής μου και να δείξω γιατί επαναλαμβάνω ένα σύμφωνο, ή γιατί τα ταξινομώ και τα ομαδοποιώ για να περάσουν από την όραση και την ακοή στο συναίσθημα ή γιατί τα προσπερνάω, όταν μια ταραγμένη ιδέα δεν θέλει τη ρίμα ή παραμένει ακατέργαστη; Αυτοί οι στίχοι τυπώνονται επειδή η θέρμη με την οποία τους καλωσόρισαν κάποιες αγνές ψυχές, μια νύχτα ποίησης και φιλίας, τους έχει ήδη καταστήσει δημόσιους. Μα και επειδή αγαπώ την απλότητα, και πιστεύω στην ανάγκη να βάζεις συναίσθημα με φόρμες απλές κι ανυπόκριτες.
Μετάφραση: Μπάμπης Ζαφειράτος, Ιαν. 2020 
 

Ο Χοσέ Μαρτί (1853-1895), ήταν Κουβανός ποιητής και επαναστάτης, επίσης δημοσιογράφος, μεταφραστής και φιλόσοφος, θεωρείται ο εθνικός ποιητής και ήρωας της Κούβας. Γεννήθηκε στην Αβάνα και από τα 15 του άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα. Επειδή με του στίχους του καλούσε τους Κουβανούς να ξεσηκωθούν απέναντι στους αποικιοκράτες Ισπανούς, συνελήφθη το 1869 και καταδικάστηκε σε έξι χρόνια καταναγκαστική εργασία για προδοσία και υποκίνηση ανταρσίας. Με παρέμβαση των γονιών του και λόγω του νεαρού της ηλικία του η ποινή του μειώθηκε σε εξόρίας, έφυγε για την Ισπανία. Εκεί σπούδασε νομικά ενώ δεν έπαψε να γράφει για την κατάσταση που επικρατούσε στην Κούβα. ο ίδιος όμως εξορίστηκε στην Ισπανία. Ευρισκόμενος στην Ευρώπη ο Μαρτί σπούδασε Νομικά συνεχίζοντας ταυτόχρονα να γράφει για την κατάσταση που επικρατούσε στην Κούβα δημοσιεύοντας άρθρα σε διάφορες Ευρωπαϊκές εφημερίδες. Το 1875 πήγε στο Μεξικό και επανασυνδέθηκε με την οικογένεια του. Έμεινε για δύο χρόνια κατά τα οποία έγραψε ποιήματα, έκανε μεταφράσεις και ανέβασε ένα δικό του θεατρικό σε θέατρο του Μεξικού. Επέστρεψε στην Κούβα το 1877 με ψεύτικο όνομα αλλά μέσα σε ένα μήνα αναγκάστηκε να ξαναφύγει, τούτη τη φορά βρήκε καταφύγιο στην Γουατεμάλα. Δούλεψε ως καθηγητής Ισπανικών και παντρεύτηκε, παραιτήθηκε ένα χρόνο μετά, (και από την δουλειά και από τον γάμο) και επέστρεψε στην Κούβα όπου συνέχισε να διδάσκει. Όχι για πολύ. Κατηγορήθηκε από τις αρχές για συνωμοσία εναντίον της ισπανικής αποικιοκρατίας και πάλι εξορίστηκε στην Ισπανία. Από εκεί έφυγε για τη Νέα Υόρκη. Έζησε στις Ηνωμένες Πολιτείες όπου έγραψε πολλά άρθρα τόσο σε αμερικανικές εφημερίδες όσο και σε εφημερίδες χωρών της Λατινικής Αμερικής, ως ανταποκριτής τους στις ΗΠΑ ενώ υπήρξε και πρόξενος για την Αργεντινή, την Ουρουγουάη και Παραγουάη. Αυτή την περίοδο έγραψε και τα σημαντικότερα ποιήματα του, ενώ το 1892 ίδρυσε με άλλους εξόριστους Κουβανούς το Κουβανέζικο Επαναστατικό Κόμμα του εξωτερικού. Τον Απρίλιο του 1895 αποβιβάστηκε κρυφά στην Κούβα για να πάρει μέρος στον απελευθερωτικό αγώνα. Σε μάχη στο Ντες Ρίος, στις 19 Μαΐου του ίδιου έτους, σκοτώθηκε από τα εχθρικά πυρά. Η απελευθέρωση της χώρας του από τους Ισπανούς επιτεύχθηκε 7 χρόνια μετά, το 1902.
 

Αντώνης Σαμαράκης (1919-2003)

«Το άγγελμα της ημέρας»

Μην πεις ποτέ σου: «Είναι αργά!» κι αν χαμηλά έχεις πέσει. κι αν λύπη τώρα σε τρυγά κι έχεις βαθιά πονέσει.

Κι αν όλα μοιάζουν σκοτεινά κι έρημος έχεις μείνει. μην πεις ποτέ σου: «Είναι αργά!» -τ' ακούς;- ό,τι  κι αν γίνει

Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»

𝓜πάμπης 𝓚υριακίδης