Τότε φοβήθηκε ο σταυραετός
Πως θα με φάει ο κάμπος.
Απόψε έχει πολύ φάρδος, μου φώναξε
Τακτοποίησε την ψυχή σου με την πολυκλινική
Προτού γίνεις ξάδερφος με τα βατράχια
Και την ιταλίδα τη νύχτα. Πέταξε λυπημένος
Με τα σκέλια σου στην γαλανή λεκάνη.
Πως θα με φάει ο κάμπος.
Απόψε έχει πολύ φάρδος, μου φώναξε
Τακτοποίησε την ψυχή σου με την πολυκλινική
Προτού γίνεις ξάδερφος με τα βατράχια
Και την ιταλίδα τη νύχτα. Πέταξε λυπημένος
Με τα σκέλια σου στην γαλανή λεκάνη.
Το τηλεφωνείο του
Θα επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη. Σε μια πόλη
Θα του συνδέσουν ταʼ αυτιά
Με τη φωνή της αλεπούς στον αυτοκινητόδρομο
Τον κακό του τον καιρό.
Εκεί στη φιδούπολη, σκέφτηκα
Ένα είναι το κόλπο, να είμαι σφιχτός
Ο καιρός θα περάσει και θα πεθάνω
Να μη σφίγγομαι.
Μήπως έχω τα χάλια μου;
Ουρανίες προ Χριστού
Θα χυθούν απʼ το σπίτι μου.
Το φιδάκι ο ίκτερος
Θα τυλιχθεί στα μπατζάκια μου.
Θα κοιμηθώ στο γενικό υπνωτιστήριο
Και θα ξυπνήσω νεκρός.
Νʼ ανοίξω και τα τέσσερα μάτια μου.
Γιατί αλλιώς θα μου φύγει απʼ τα ρούχα
Το μισό της ψυχής μου
Το μισό του μισού
Που ξεκίνησε για τα ορφανοτροφεία
Και έγινε ορφανοτροφείο.
Όπως έφυγε η βανίλια η Ουράνια
Έμενα με λένε Ουρανία, είπε, κανονικά δεν υπάρχω
Γυρεύω από χρόνια έναν άγιο
Που του φεύγει η ψυχή από τις τσέπες.
Έμενα με λένε Βασίλη, σκέφτηκα
Θα φυτρώσουν καρούλια στα πόδια μου
Και θα φύγω κατά κει.
Η λεωφόρος μου έρχεται στενή στο λαιμό
Η οδός Αλληλούια.
~
από τη συλλογή Ντικ ο χλομός, εκδ. Κέδρος, 1976
Θα επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη. Σε μια πόλη
Θα του συνδέσουν ταʼ αυτιά
Με τη φωνή της αλεπούς στον αυτοκινητόδρομο
Τον κακό του τον καιρό.
Εκεί στη φιδούπολη, σκέφτηκα
Ένα είναι το κόλπο, να είμαι σφιχτός
Ο καιρός θα περάσει και θα πεθάνω
Να μη σφίγγομαι.
Μήπως έχω τα χάλια μου;
Ουρανίες προ Χριστού
Θα χυθούν απʼ το σπίτι μου.
Το φιδάκι ο ίκτερος
Θα τυλιχθεί στα μπατζάκια μου.
Θα κοιμηθώ στο γενικό υπνωτιστήριο
Και θα ξυπνήσω νεκρός.
Νʼ ανοίξω και τα τέσσερα μάτια μου.
Γιατί αλλιώς θα μου φύγει απʼ τα ρούχα
Το μισό της ψυχής μου
Το μισό του μισού
Που ξεκίνησε για τα ορφανοτροφεία
Και έγινε ορφανοτροφείο.
Όπως έφυγε η βανίλια η Ουράνια
Έμενα με λένε Ουρανία, είπε, κανονικά δεν υπάρχω
Γυρεύω από χρόνια έναν άγιο
Που του φεύγει η ψυχή από τις τσέπες.
Έμενα με λένε Βασίλη, σκέφτηκα
Θα φυτρώσουν καρούλια στα πόδια μου
Και θα φύγω κατά κει.
Η λεωφόρος μου έρχεται στενή στο λαιμό
Η οδός Αλληλούια.
~
από τη συλλογή Ντικ ο χλομός, εκδ. Κέδρος, 1976
Ο Βασίλης Στεριάδης γεννήθηκε στο Βόλο το 1947. Σπούδασε νομικά και εργάστηκε ως δικηγόρος στην Αθήνα. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές: Ο κ. Ίβο (1970), Το ιδιωτικό αεροπλάνο (1971), Έξη Ποιητές (Ιδιωτική Έκδοση/1971), Ντικ ο χλομός (1976), Το χαμένο κολιέ (1983), Ο προπονητής παίκτης (1992), Χριστούγεννα της ισοπαλίας (2002), και το πεζογράφημα Η κατηγορία Α1 (1979). Έγραψε κριτικές για ποίηση σε περιοδικά και στην εφημερίδα "Η Καθημερινή". Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά και στα ιταλικά. Πέθανε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2003.




(1).jpg)
.png)

