Στου πεσμένου τοίχου την απανεμιά
σε λερή κουβέρτα πέτρα μαξιλάρι,
σώμα ρημαγμένο αδειανή ψυχή,
Σκέπη του ο ουρανός, λάμπα το φεγγάρι.
Στα καλά καθούμενα, λυσσαλέα σπρωξιά
σε γκρεμνό τον έριξε, υπό την αιγίδα,
άσπλαχνου κι απρόσωπου φίλου του φονιά,
άνυδρα τα όνειρα, ξενιτιά η πατρίδα.
Ήρθαν χρόνια δολερά δίσεκτοι καιροί
Μετανάστες κι Έλληνες, μαύροι αρραβώνες,
βουεροί ,πολύχρωμοι δρόμοι παρά κει.
Μια βαβέλ ζωγράφιζαν των ματιών του εικόνες
Έστρεψε στον ουρανό βλέμμα σκοτεινό,
νάτο, δες ξεστράτισε ένα πεφταστέρι
μια ευχή ξεπήδησε από χείλη,αχνή
πείνα, φόβος απονιά του’χουν γίνει ταίρι.
Μια δομή μωρέ Θεοί ,μια δομή κλειστή
να στεγάσει Έλληνες που στο μέσον δύνης
τους ξεγέλασαν αλί λόγια πλανερά
κι έχασαν την χώρα τους εν καιρώ ειρήνης
Στο μυαλό του τρύπωσε σκέψη λαμπερή
«Σαν θα φύγουν οι λαθρώ στα δικά τους μέρη
άδειες όλες οι δομές» λέει και μειδιά.
Πεινασμένο ένα σκυλί του΄γλυφε το χέρι
σε λερή κουβέρτα πέτρα μαξιλάρι,
σώμα ρημαγμένο αδειανή ψυχή,
Σκέπη του ο ουρανός, λάμπα το φεγγάρι.
Στα καλά καθούμενα, λυσσαλέα σπρωξιά
σε γκρεμνό τον έριξε, υπό την αιγίδα,
άσπλαχνου κι απρόσωπου φίλου του φονιά,
άνυδρα τα όνειρα, ξενιτιά η πατρίδα.
Ήρθαν χρόνια δολερά δίσεκτοι καιροί
Μετανάστες κι Έλληνες, μαύροι αρραβώνες,
βουεροί ,πολύχρωμοι δρόμοι παρά κει.
Μια βαβέλ ζωγράφιζαν των ματιών του εικόνες
Έστρεψε στον ουρανό βλέμμα σκοτεινό,
νάτο, δες ξεστράτισε ένα πεφταστέρι
μια ευχή ξεπήδησε από χείλη,αχνή
πείνα, φόβος απονιά του’χουν γίνει ταίρι.
Μια δομή μωρέ Θεοί ,μια δομή κλειστή
να στεγάσει Έλληνες που στο μέσον δύνης
τους ξεγέλασαν αλί λόγια πλανερά
κι έχασαν την χώρα τους εν καιρώ ειρήνης
Στο μυαλό του τρύπωσε σκέψη λαμπερή
«Σαν θα φύγουν οι λαθρώ στα δικά τους μέρη
άδειες όλες οι δομές» λέει και μειδιά.
Πεινασμένο ένα σκυλί του΄γλυφε το χέρι
~
πηγή
πηγή
Σ᾽ ένα όμορφο, Μινωικό χωριό, τον Πανασσό Ηρακλείου Κρήτης γεννήθηκα, κάποια μακρινή άνοιξη κι εκεί μεγάλωσα ανάμεσα σε ζεστούς κι αληθινούς ανθρώπους. Αγρότισσα κι αρχόντισσα η μάνα μου, αγρότης και φιλόσοφος ο πατέρας μου. Είχα όσο ήθελα ουρανό και δικά μου αστέρια. Ταξίδεψα με το σύννεφο, φτερούγισα με τον άνεμο, έλειωσα με το χιόνι. Η πεταλούδα με δίδαξε το εφήμερο, το ποτάμι το ανεπίστρεπτο τα πουλιά την ελευθερία. Διορίστηκα δασκάλα στο Δημοτικό σχολείο της «ΛΑΡΚΟ» του Μποδοσάκη, στον Ν. Φθιώτιδος. Ενθουσιάστηκα είχα ψυχές να πλάσσω.
(Έχει
βραβευτεί πέντε φορές σε πανελλήνιους διαγωνισμούς ποίησης (η μία σε
ποιητική συλλογή). Επτά σε διηγήματα. Δημοσιεύει σε εφημερίδες και
περιοδικά του Ηρακλείου και των Αθηνών Είναι μέλος της «Εταιρίας Ελλήνων
Λογοτεχνών» της «Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών» – «του Συνδέσμου
Ιστορικών συγγραφέων», «του Συνδέσμου Λογοτεχνών Ηρακλείου Κρήτης» και
«αντιπρόεδρος του Συλλόγου Λογοτεχνών Ηρακλείου «Κρητών λόγος»)
Τίτλοι
βιβλίων: Τον έρωτα τραγούδησα τη φύση και το άπιαστο (2006). Η ορχήστρα
των θεών και μια παραφωνία (Μυθ. 2008). Στην ενδοχώρα των αισθημάτων
(2010). Με τα φτερά του Πήγασου (2010). Φιλοξενία και έρωτας στα χρόνια
της λέπρας (Μυθ. 2013). Η Ελλάς εάλω και ούτως και άλλως (2014). H
Διδασκάλισσα (Μυθ. 2016).
Το ιστολόγιο της ποιήτριας elmanioraki.blogspot.com
Το ιστολόγιο της ποιήτριας elmanioraki.blogspot.com




(1).jpg)
.png)
