«Σου αρέσω;»
ρώτησα το μπλε σακάκι.
Καμία απάντηση.
Σιωπή αναπήδησε απ' τα βιβλία του.
Σιωπή έσταξε απ' τη γλώσσα του
και κάθισε ανάμεσά μας
κι έφραξε το λαιμό μου.
Έσφαξε την εμπιστοσύνη μου.
Άρπαξε από το στόμα μου τσιγάρα.
Ανταλλάξαμε λέξεις τυφλές
και δεν έκλαψα,
δεν ικέτεψα,
μαυρίλα πλάκωσε την καρδιά μου
και κάτι που είχε υπάρξει καλό,
ένα είδος φιλεύσπλαχνου οξυγόνου,
έγινε φούρνος του γκαζιού.
Σου αρέσω;
Τι εξωφρενικό!
Τι ερώτηση είναι αυτή;
Τι σιωπή είναι αυτή;
Και γιατί περιφέρομαι ακόμα εδώ
διάτρητη απ' όσα είπε η σιωπή του;
ρώτησα το μπλε σακάκι.
Καμία απάντηση.
Σιωπή αναπήδησε απ' τα βιβλία του.
Σιωπή έσταξε απ' τη γλώσσα του
και κάθισε ανάμεσά μας
κι έφραξε το λαιμό μου.
Έσφαξε την εμπιστοσύνη μου.
Άρπαξε από το στόμα μου τσιγάρα.
Ανταλλάξαμε λέξεις τυφλές
και δεν έκλαψα,
δεν ικέτεψα,
μαυρίλα πλάκωσε την καρδιά μου
και κάτι που είχε υπάρξει καλό,
ένα είδος φιλεύσπλαχνου οξυγόνου,
έγινε φούρνος του γκαζιού.
Σου αρέσω;
Τι εξωφρενικό!
Τι ερώτηση είναι αυτή;
Τι σιωπή είναι αυτή;
Και γιατί περιφέρομαι ακόμα εδώ
διάτρητη απ' όσα είπε η σιωπή του;
Η Anne Sexton, (1928-1974) ήταν Αμερικανίδα ποιήτρια και συγγραφέας (για ένα διάστημα δούλεψε και ως μοντέλο). Μια γυναίκα καταθλιπτική, βασανισμένη από προσωπικά βιώματα από την παιδική της κιόλας ηλικία και μια συνέχεια προβληματική με αλλεπάλληλες εισόδους σε κλινικές και ψυχιατρικά ιδρύματα, απόπειρες αυτοκτονίας και προσπάθειες απόδρασης από την καθημερινότητα. Το 1956 (στα 28 της) με την καθοδήγηση του ψυχιάτρου της η Σέξτον αρχίζει να γράφει ποιήματα με σκοπό να βρει κάτι δημιουργικό και ταυτόχρονα θεραπευτικό για την υγεία της. Ποτέ της όμως δεν κατάφερε να νικήσει την κατάθλιψή της..
Ήταν απ’ τα πρωταγωνιστικά μέλη του αμερικανικού κινήματος της Εξομολογητικής Ποίησης και από τις σπουδαιότερες ποιήτριες των αμερικανικών γραμμάτων. Το 1967 κέρδισε το Βραβείο Πούλιτζερ για τη συλλογή της Live or Die.
Με τον ποιητικό της λόγο ΜΊΛΗΣΕ ΑΝΟΙΧΤΆ ΓΙΑ ΖΗΤΉΜΑΤΑ ΌΠΩΣ η εμμηνόρροια, η έκτρωση, ο αυνανισμός και για τη μοιχεία που έως τότε δεν είχαν αγγίξει άλλοι ποιητές. Η Σέξτον δεν δίστασε να φέρει στο φως θραύσματα από το “πιο βαθύ και πιο σπασμένο κομμάτι (της)”, γράφοντας για πρώτη φορά τόσο ανοιχτά για τις εμπειρίες της από τις ψυχιατρικές κλινικές, τον αλκοολισμό του πατέρα της, τη βαριά επιρροή της μητέρας της στη ζωή της, την παιδική ηλικία, αλλά και τους εραστές της, τη μητρότητα, τη θηλυκότητα, την τρέλα και βεβαίως το θάνατο. Ήδη από την έκδοση της πρώτης ποιητικής συλλογής της το 1960, τα ποιήματά της είχαν τεράστια απήχηση σε κοινό και κριτικούς και η ίδια ήταν εξαιρετικά δημοφιλής καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της.
Η ΊΔΙΑ ΈΛΕΓΕ: «Υπήρξα θύμα του Αμερικανικού Ονείρου, του μικροαστισμού, του οράματος της μεσαίας τάξης. Το μόνο που ήθελα ήταν ένα κομμάτι ζωή, να παντρευτώ, να κάνω παιδιά (έκανε 2). Νόμιζα ότι οι εφιάλτες, τα οράματα, οι δαίμονες, θα έφευγαν αν υπήρχε αρκετή αγάπη για να τα καταλαγιάσει. Έκανα τ’ αδύνατα δυνατά να ζήσω μια συμβατική ζωή, γιατί έτσι μεγάλωσα, γιατί αυτό ήταν που ήθελε ο σύζυγος μου για μένα. ΑΛΛΆ ΔΕΝ ΓΊΝΕΤΑΙ να χτίζεις μικρούς φράχτες για να κρατάς τους εφιάλτες απ’ έξω. Το γυαλί έσπασε κάπου στα είκοσι οχτώ μου».
ΌΠΟΤΕ πλησίαζαν τα γενέθλια της ετοιμαζόταν ν’ αυτοκτονήσει. Το προσπάθησε πολλές φορές -μέχρι να το καταφέρει. Ένα μήνα πριν κλείσει τα 46 χρόνια, έκρυψε τα τσιγάρα της πίσω από μια ανθισμένη γλάστρα, πήγε στο γκαράζ κι άναψε τη μηχανή της κόκκινης Cougar. (αυτοκτονία με εισπνοή μονοξειδίου του άνθρακα)
ΜΕ ΤΗ ΦΡΑΣΗ "Θα ξεκινήσω με ένα ποίημα που περιγράφει τι είδους ποιήτρια είμαι, τι είδους γυναίκα είμαι, οπότε, εάν δεν σας αρέσει, μπορείτε να φύγετε πριν συνεχίσω." ΞΕΚΙΝΟΎΣΕ ΠΆΝΤΑ τις δημόσιες αναγνώσεις της. Καθόταν στο κέντρο του αμφιθεάτρου, έβγαζε τα παπούτσια της, άναβε ένα τσιγάρο και άρχιζε..
Ήταν απ’ τα πρωταγωνιστικά μέλη του αμερικανικού κινήματος της Εξομολογητικής Ποίησης και από τις σπουδαιότερες ποιήτριες των αμερικανικών γραμμάτων. Το 1967 κέρδισε το Βραβείο Πούλιτζερ για τη συλλογή της Live or Die.
Με τον ποιητικό της λόγο ΜΊΛΗΣΕ ΑΝΟΙΧΤΆ ΓΙΑ ΖΗΤΉΜΑΤΑ ΌΠΩΣ η εμμηνόρροια, η έκτρωση, ο αυνανισμός και για τη μοιχεία που έως τότε δεν είχαν αγγίξει άλλοι ποιητές. Η Σέξτον δεν δίστασε να φέρει στο φως θραύσματα από το “πιο βαθύ και πιο σπασμένο κομμάτι (της)”, γράφοντας για πρώτη φορά τόσο ανοιχτά για τις εμπειρίες της από τις ψυχιατρικές κλινικές, τον αλκοολισμό του πατέρα της, τη βαριά επιρροή της μητέρας της στη ζωή της, την παιδική ηλικία, αλλά και τους εραστές της, τη μητρότητα, τη θηλυκότητα, την τρέλα και βεβαίως το θάνατο. Ήδη από την έκδοση της πρώτης ποιητικής συλλογής της το 1960, τα ποιήματά της είχαν τεράστια απήχηση σε κοινό και κριτικούς και η ίδια ήταν εξαιρετικά δημοφιλής καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της.
Η ΊΔΙΑ ΈΛΕΓΕ: «Υπήρξα θύμα του Αμερικανικού Ονείρου, του μικροαστισμού, του οράματος της μεσαίας τάξης. Το μόνο που ήθελα ήταν ένα κομμάτι ζωή, να παντρευτώ, να κάνω παιδιά (έκανε 2). Νόμιζα ότι οι εφιάλτες, τα οράματα, οι δαίμονες, θα έφευγαν αν υπήρχε αρκετή αγάπη για να τα καταλαγιάσει. Έκανα τ’ αδύνατα δυνατά να ζήσω μια συμβατική ζωή, γιατί έτσι μεγάλωσα, γιατί αυτό ήταν που ήθελε ο σύζυγος μου για μένα. ΑΛΛΆ ΔΕΝ ΓΊΝΕΤΑΙ να χτίζεις μικρούς φράχτες για να κρατάς τους εφιάλτες απ’ έξω. Το γυαλί έσπασε κάπου στα είκοσι οχτώ μου».
ΌΠΟΤΕ πλησίαζαν τα γενέθλια της ετοιμαζόταν ν’ αυτοκτονήσει. Το προσπάθησε πολλές φορές -μέχρι να το καταφέρει. Ένα μήνα πριν κλείσει τα 46 χρόνια, έκρυψε τα τσιγάρα της πίσω από μια ανθισμένη γλάστρα, πήγε στο γκαράζ κι άναψε τη μηχανή της κόκκινης Cougar. (αυτοκτονία με εισπνοή μονοξειδίου του άνθρακα)
ΜΕ ΤΗ ΦΡΑΣΗ "Θα ξεκινήσω με ένα ποίημα που περιγράφει τι είδους ποιήτρια είμαι, τι είδους γυναίκα είμαι, οπότε, εάν δεν σας αρέσει, μπορείτε να φύγετε πριν συνεχίσω." ΞΕΚΙΝΟΎΣΕ ΠΆΝΤΑ τις δημόσιες αναγνώσεις της. Καθόταν στο κέντρο του αμφιθεάτρου, έβγαζε τα παπούτσια της, άναβε ένα τσιγάρο και άρχιζε..