Όταν παίρνω το πλοίο, το παίρνω σαν απλός ναύτης, δουλεύω στην πλώρη, χώνομαι ακριβώς από κάτω μες στο καμπούνι κι ανεβαίνω στο κολιμπίρι του κούντρου ψηλά στο τουρκέτο. Πραγματικά, οι διαταγές πέφτουν μάλλον βροχή και με κάνουν να πηδώ από κατάρτι σε κατάρτι, σαν ακρίδα σε μαγιάτικο λιβάδι. Και στην αρχή αυτό είναι αρκετά δυσάρεστο. Θίγει το αίσθημα της τιμής σου ιδιαίτερα αν κατάγεσαι από παλιά οικογένεια με όνομα στη στεριά. Και περισσότερο από όλα αν, ακριβώς πριν βάλεις το χέρι σου στο δοχείο με την πίσσα, ήσουνα δάσκαλος στην επαρχία, ένας δάσκαλος τυραννικός, κάνοντας τα ψηλότερα παιδιά να σε φοβούνται. Η μετάβαση από δάσκαλο σε ναύτη, σε διαβεβαιώνω, είναι οδυνηρή και χρειάζεται ένα δυνατό αφέψημα από Σενέκα και Στωικούς για να μπορέσεις να αντέξεις με ένα απλό χαμόγελο. Αλλά με τον καιρό ακόμα κι αυτό περνάει [...]
Εξάλλου παίρνω πάντα το πλοίο σα ναύτης, γιατί θεωρούν απαραίτητο να με πληρώνουν για τις σκοτούρες μου, ενώ δεν άκουσα ποτέ να πληρώνουν πεντάρα σε επιβάτες. Αντίθετα, οι ίδιοι οι επιβάτες πρέπει να πληρώνουν. Κι όλη η διαφορά στον κόσμο είναι ανάμεσα στο να πληρώνεις ή να πληρώνεσαι. Η πληρωμή είναι ίσως η πιο ενοχλητική τιμωρία που μας κληροδότησαν οι δυο κλέφτες του παραδείσου. Αλλά να π λ η ρ ώ ν ε σ α ι ! τι μπορεί να συγκριθεί μαζί του; Η περιποιητική δραστηριότητα που ένας άνθρωπος εισπράττει χρήματα προκαλεί πραγματικά κατάπληξη, έχοντας υπόψη πόσο στα σοβαρά πιστεύουμε πως το χρήμα είναι η ρίζα όλων των γήινων κακών και πώς σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί ένας παραλής να μπει στον ουρανό. Ω πόσο πρόθυμα παραδινόμαστε στον όλεθρο!
Τέλος παίρνω πάντα το πλοίο σα ναύτης για την υγιεινή άσκηση και τον καθαρό αέρα της κουβέρτας του καμπουνιού. Γιατί, μια και σε τούτο τον κόσμο οι κόντρα άνεμοι είναι πολύ πιο ανώτεροι από τους πρίμους ( αν δηλαδή δεν παραβείς ποτέ το αξίωμα του Πυθαγόρα), επόμενο είναι η ατμόσφαιρα που αναπνέει ο Στόλαρχος στο κάσαρο, τις περισσότερες φορές, να είναι από δεύτερο χέρι, από τους ναύτες στο καμπούνι. Νομίζει πως αναπνέει πρώτος` δεν είναι όμως έτσι. Με τον ίδιο περίπου τρόπο ο λαός οδηγεί τους ηγέτες του σε πολλά άλλα πράγματα, την ίδια στιγμή που οι ηγέτες λίγο το υποπτεύονται. Γιατί όμως, μετά από τόσες φορές που μύρισα τη θάλασσα σα ναύτης εμπορικού πλοίου, να μου μπει τώρα στο μυαλό να κάνω ένα φαλαινοθηρικό ταξίδι; σ' αυτό , ο αόρατος αστυνομικός των Μοιρών που διαρκώς επιβλέπει , που με παρακολουθεί κρυφά και με επηρεάζει με έναν ακατανόητο τρόπο - αυτός μπορεί να απαντήσει καλύτερα από κάθε άλλον [...]
Άκου άλλη μια φορά τότε -- πάλι χρειάζεται να εμβαθύνεις λίγο. Όλα τα ορατά αντικείμενα, άνθρωπέ μου, δε μοιάζουν παρά σα χάρτινες μάσκες. Σε ό,τι συμβαίνει γύρω μας όμως --στη ζωντανή πραγματικότητα, στο αναμφισβήτητο γεγονός--, κάτι εκεί-μέσα που δε γνωρίζουμε, προικισμένο ωστόσο με στοχασμό, προβάλλει τα χαρακτηριστικά του χυτά πίσω από την άλογη μάσκα, σα σε καλούπι. Αν ο άνθρωπος θελήσει να ακολουθήσει το δρόμο του, μέσα από αυτή τη μάσκα θα περάσει. Πώς μπορεί ο φυλακισμένος να 'βγει έξω, αν δεν τρυπήσει τον τοίχο; Για μένα, η άσπρη φάλαινα είναι αυτός ο τοίχος, μετακινημένος δίπλα μου. Μερικές φορές νομίζω πως δεν υπάρχει τίποτα παραπέρα. Κι αυτό όμως φτάνει. Αυτή η φάλαινα είναι που με δοκιμάζει αυτή με γεμίζει βλέπω μέσα της μια φρικαλέα, υπερβολική δύναμη, γεμάτη από μιαν ακατανόητη κακία [...]
~
Μόμπι Ντικ ή Η Φάλαινα, εκδ. Gutenberg, 2006
Μετάφραση: Αθανάσιος Κ. Χριστοδούλου
πηγή