Ἤθελα κ’ ἐγὼ νὰ κάμω
μιὰ φορὰ τὸν ποιητή,
καὶ ἀγάπησα μιὰ κόρη,
ὅπως ἀγαποῦν αὐτοί.
μιὰ φορὰ τὸν ποιητή,
καὶ ἀγάπησα μιὰ κόρη,
ὅπως ἀγαποῦν αὐτοί.
Ἦτον ὅλο λυπημένη,
κίτρινη, ‘ψηλή, λυχνή,
σκελετός, δὲν εἶχε κρέας,
ψυχὴ μόνον καὶ φωνή.
Τὴν ἀγάπησα, μοῦ εἶπε
πῶς μὲ ἀγαπᾷ κι’ αὐτὴ,
‘πίστευσα γυναίκας λόγια,
κουταμάρα διαλεχτή.
Ἔχασα τὴν ἡσυχιά μου,
ἔχασα τὰ γέλοια μου,
ὅλο καὶ παραπατοῦσα,
κούναγα τὰ χέργια μου,
Μέσ’ ‘στὸ δρόμο τραγουδοῦσα,
μοὔφευγαν τὰ λόγια μου,
ἔσκυβα τὴν κεφαλή μου,
‘στράβονα τὰ πόδια μου.
Ὅποιος μ’ ἔβλεπε στὸ δρόμο,
παραμέριζε εὐθύς,
κ’ ἔλεγε, αὐτὸς θὰ ἦναι,
ἢ τρελλός, ἢ ποιητής.
Καιρὸ εἶχα τὴν Μυρσίνη
νὰ ἰδῶ, ‘στὴ Μουσικὴ
ἔξαφν’ ἔξαφνα τὴν βλέπω,
μὰ διαφορετική.
Κατασπροκοκκινισμένη,
ζωηρὴ καὶ πεταχτὴ,
ἔτριψα τὰ ‘μάτια κ’ εἶπα,
ἡ Μυρσίνη νἆν’ αὐτή;
Πότε μ’ ἕναν ὁμιλάει,
πότε ἄλλον χαιρετᾷ,
σ’ ἄλλον τὸ μανδύλι ‘βγάζει,
ἄλλον βλέπει καὶ γελᾷ...
Ἔκανε πῶς δὲν μὲ ‘ξέρει,
μήπως ἄλλαξα κ’ ἐγὼ
καὶ δὲν μὲ γνωρίζει πλέον;
δὲν εἰξεύρω τί νὰ ‘πῶ!!
Μιὰ ἡμέρα τὴν εὑρίσκω
σ’ ἕνα σπίτι μοναχή,
- ἔλα νὰ σοῦ ‘πῶ Μυρσίνη,
τί κατάστασ’ εἶν’ αὐτή;
Γέλασε, κι’ ἀφοῦ μοῦ κάνει
μιὰ μετάνοια εὐγενικὴ,
χωρὶς νὰ μοῦ εἴπῃ λέξι,
φεύγει, καὶ μ’ ἀφίνει ‘κεῖ!
Τἄχασα ἀπ’ τὴ ‘ντροπή μου,
νὰ μὲ πάρῃ γιὰ κουτό!
νὰ γελάσῃ καὶ νὰ φύγῃ,
νὰ μ’ ἀφήσῃ μοναχό!!
Ἔσπασα τὴν κεφαλή μου,
κ’ ἐκοπίασα πολύ,
γιὰ νὰ εὕρω αὐτὸς ὁ τρόπος
τῆς Μυρσίνης τί δηλοῖ.
Ηὗρα ὅτι ἔχει δίκῃο
ἡ Μυρσίνη, καὶ πολύ,
καὶ τὰ γέλοια της πῶς ἦσαν
μιὰ ὡραία συμβουλή.
«Παιχνιδάκια θέλει ὁ ἔρως,
ὅπως ὅλα τὰ παιδιά,
καὶ γι’ αὐτὸ δὲν θὰ γεράσῃ,
ἔχει ἀνοιχτὴ καρδιά,
Θέλει θέλει τραγουδάκια
θέλει γέλοια καὶ χαραὶς,
ὄχι στεναγμοὺς καὶ δάκρυα,
κι’ ὁμιλίαις λυπηραίς!
Οὔτε στέκει ‘ς ἕνα μέρος,
πότε τρέχει καὶ πηδᾷ,
ἄλλοτε ἐδῶ κυλιέται,
πότε χώνεται ‘κεῖ δά.»
Κ’ ἐγὼ τόρα τὴν καρδιά μου,
μὲ τὴν συμβουλὴ αὐτὴ,
πεταλοῦδα θὰ τὴν κάμω,
πεταλοῦδα πεταχτή.
Πότε ν’ ἀγαπᾷ τοὺς κρίνους,
πότε τῂς τριανταφυλλιαὶς,
πότε νὰ πετᾷ ‘στὰ φούλια,
πότε ‘στῂς γαρουφαλιαίς.
Ἀγαπῶ καὶ τῂς ἀφράταις,
ἀγαπῶ καὶ τῂς λιγναίς,
θέλω τῂς ξανθαὶς τῂς ἄσπραις,
θέλω τῂς μελαχροιναίς.
Ηὗρα καὶ τὴν ἡσυχιά μου,
ηὗρα καὶ τὰ γέλοια μου,
δὲν παραπατάω πλέον,
δὲν κουνῶ τὰ χέργια μου,
Ἴσια στέκ’ ἡ κεφαλή μου,
ἴσια καὶ τὰ πόδια μου,
‘ξέρω ποῦ νὰ τραγουδήσω,
καὶ μετρῶ τὰ λόγια μου·
Οὔτε ποιητὴ μὲ λένε,
οὔτε καὶ τρελλὸ μαζί,
ἡ Μυρσίνη ἡ καϋμένη,
ἡ Μυρσίνη μου νὰ ζῇ.
κίτρινη, ‘ψηλή, λυχνή,
σκελετός, δὲν εἶχε κρέας,
ψυχὴ μόνον καὶ φωνή.
Τὴν ἀγάπησα, μοῦ εἶπε
πῶς μὲ ἀγαπᾷ κι’ αὐτὴ,
‘πίστευσα γυναίκας λόγια,
κουταμάρα διαλεχτή.
Ἔχασα τὴν ἡσυχιά μου,
ἔχασα τὰ γέλοια μου,
ὅλο καὶ παραπατοῦσα,
κούναγα τὰ χέργια μου,
Μέσ’ ‘στὸ δρόμο τραγουδοῦσα,
μοὔφευγαν τὰ λόγια μου,
ἔσκυβα τὴν κεφαλή μου,
‘στράβονα τὰ πόδια μου.
Ὅποιος μ’ ἔβλεπε στὸ δρόμο,
παραμέριζε εὐθύς,
κ’ ἔλεγε, αὐτὸς θὰ ἦναι,
ἢ τρελλός, ἢ ποιητής.
Καιρὸ εἶχα τὴν Μυρσίνη
νὰ ἰδῶ, ‘στὴ Μουσικὴ
ἔξαφν’ ἔξαφνα τὴν βλέπω,
μὰ διαφορετική.
Κατασπροκοκκινισμένη,
ζωηρὴ καὶ πεταχτὴ,
ἔτριψα τὰ ‘μάτια κ’ εἶπα,
ἡ Μυρσίνη νἆν’ αὐτή;
Πότε μ’ ἕναν ὁμιλάει,
πότε ἄλλον χαιρετᾷ,
σ’ ἄλλον τὸ μανδύλι ‘βγάζει,
ἄλλον βλέπει καὶ γελᾷ...
Ἔκανε πῶς δὲν μὲ ‘ξέρει,
μήπως ἄλλαξα κ’ ἐγὼ
καὶ δὲν μὲ γνωρίζει πλέον;
δὲν εἰξεύρω τί νὰ ‘πῶ!!
Μιὰ ἡμέρα τὴν εὑρίσκω
σ’ ἕνα σπίτι μοναχή,
- ἔλα νὰ σοῦ ‘πῶ Μυρσίνη,
τί κατάστασ’ εἶν’ αὐτή;
Γέλασε, κι’ ἀφοῦ μοῦ κάνει
μιὰ μετάνοια εὐγενικὴ,
χωρὶς νὰ μοῦ εἴπῃ λέξι,
φεύγει, καὶ μ’ ἀφίνει ‘κεῖ!
Τἄχασα ἀπ’ τὴ ‘ντροπή μου,
νὰ μὲ πάρῃ γιὰ κουτό!
νὰ γελάσῃ καὶ νὰ φύγῃ,
νὰ μ’ ἀφήσῃ μοναχό!!
Ἔσπασα τὴν κεφαλή μου,
κ’ ἐκοπίασα πολύ,
γιὰ νὰ εὕρω αὐτὸς ὁ τρόπος
τῆς Μυρσίνης τί δηλοῖ.
Ηὗρα ὅτι ἔχει δίκῃο
ἡ Μυρσίνη, καὶ πολύ,
καὶ τὰ γέλοια της πῶς ἦσαν
μιὰ ὡραία συμβουλή.
«Παιχνιδάκια θέλει ὁ ἔρως,
ὅπως ὅλα τὰ παιδιά,
καὶ γι’ αὐτὸ δὲν θὰ γεράσῃ,
ἔχει ἀνοιχτὴ καρδιά,
Θέλει θέλει τραγουδάκια
θέλει γέλοια καὶ χαραὶς,
ὄχι στεναγμοὺς καὶ δάκρυα,
κι’ ὁμιλίαις λυπηραίς!
Οὔτε στέκει ‘ς ἕνα μέρος,
πότε τρέχει καὶ πηδᾷ,
ἄλλοτε ἐδῶ κυλιέται,
πότε χώνεται ‘κεῖ δά.»
Κ’ ἐγὼ τόρα τὴν καρδιά μου,
μὲ τὴν συμβουλὴ αὐτὴ,
πεταλοῦδα θὰ τὴν κάμω,
πεταλοῦδα πεταχτή.
Πότε ν’ ἀγαπᾷ τοὺς κρίνους,
πότε τῂς τριανταφυλλιαὶς,
πότε νὰ πετᾷ ‘στὰ φούλια,
πότε ‘στῂς γαρουφαλιαίς.
Ἀγαπῶ καὶ τῂς ἀφράταις,
ἀγαπῶ καὶ τῂς λιγναίς,
θέλω τῂς ξανθαὶς τῂς ἄσπραις,
θέλω τῂς μελαχροιναίς.
Ηὗρα καὶ τὴν ἡσυχιά μου,
ηὗρα καὶ τὰ γέλοια μου,
δὲν παραπατάω πλέον,
δὲν κουνῶ τὰ χέργια μου,
Ἴσια στέκ’ ἡ κεφαλή μου,
ἴσια καὶ τὰ πόδια μου,
‘ξέρω ποῦ νὰ τραγουδήσω,
καὶ μετρῶ τὰ λόγια μου·
Οὔτε ποιητὴ μὲ λένε,
οὔτε καὶ τρελλὸ μαζί,
ἡ Μυρσίνη ἡ καϋμένη,
ἡ Μυρσίνη μου νὰ ζῇ.
Ο Δημήτριος Καμπούρογλου γεννήθηκε στην Αθήνα. Μεγάλωσε σε υψηλό
πνευματικό περιβάλλον, καθώς και η μητέρα του ήταν εξαιρετικά μορφωμένη
για την εποχή. Σπούδασε στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και
άσκησε στη δικηγορία για δεκαπέντε χρόνια. Στη συνέχεια εργάστηκε στο
δημόσιο τομέα [Πρωτοδικείο Αθηνών (1872-1873), Αρχαιολογική Εταιρεία,
Εθνική Βιβλιοθήκη, της οποίας διετέλεσε και διευθυντής (1904-1917)].
Ασχολήθηκε παράλληλα με τη δημοσιογραφία. Στα πλαίσια της δραστηριότητάς
του συγκέντρωσε ιστορικό και χρονογραφικό υλικό για την Αθήνα,
επανέκδωσε το ιδρυμένο από τον πατέρα του περιοδικό Εβδομάς, του οποίου
ανέλαβε και τη διεύθυνση (1884-1886) και κυκλοφόρησε το λαογραφικό
περιοδικό Δίπυλον (1910-1912). Τιμήθηκε με το κρατικό Αριστείο των
Γραμμάτων (1923) και υπήρξε μέλος (από το 1927) και πρόεδρος (1934) της
Ακαδημίας Αθηνών. Το 1932 γιόρτασε τα πενήντα χρόνια της φιλολογικής του
δραστηριότητας στο σύλλογο Παρνασσός. Πέθανε στην Αθήνα κατά τη
διάρκεια της γερμανικής κατοχής. Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το
1872, φοιτητής ακόμη, με την υποβολή της κωμωδίας του Ευσυνειδησία και
Ασυνειδησία στο Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό, στον οποίο βραβεύτηκε
τον επόμενο χρόνο για την ποιητική συλλογή Η φωνή της καρδιάς μου.
Ακολούθησαν πολλές δημοσιεύσεις και εκδόσεις έργων του, με τα οποία
κάλυψε πολλούς τομείς του γραπτού λόγου. Ο Δημήτριος Καμπούρογλου ανήκει
στους έλληνες πεζογράφους της λεγόμενης γενιάς του 1880. Στο σύνολο του
έργου του κυριαρχεί η πρόθεσή του να καταγράψει την ιστορία της Αθήνας,
για την οποία έτρεφε βαθιά αγάπη, και να αναδείξει μέσω του λόγου του
την αδιάσπαστη συνέχεια του ελληνισμού στο πέρασμα των αιώνων. Για το
λόγο αυτό στράφηκε τόσο στην ιστορική και λαογραφική μελέτη του
παρελθόντος, κυρίως της περιόδου της τουρκοκρατίας, όσο και στην
παρατήρηση της σύγχρονής του πραγματικότητας με έμφαση στα λαϊκά
κοινωνικά στρώματα. Στον τομέα της γλώσσας κινήθηκε στα πλαίσια μιας
συγκρατημένης δημοτικιστικής έκφρασης. πηγή - εργογραφία




(1).jpg)
.png)
