Μες στο λευκό της σκέψης μου
σκούζει ένα κοτσύφι που τραγουδάει
πάνω απ΄ την αποκεφαλισμένη πόλη
σφυράει το ξαφνικό τραγούδι του αίματος
συγκλονίζοντας τ΄ ώριμο δέντροπου ζητιανεύει φως
θέλετε δεσποινίς
κι ο θάνατος δείχνει τη μόστρα του
άδεια δόντια στο βραχιόλι
και τα κόκκαλα από χίλιους μαρτύρους
θέλετε δεσποινίς
το νεκρό ξύλο
απ τα δυνατά σαγόνια
φράζει απαλά το δρόμο
στο κεφάλι μια μόνη ελπίδα
μες στο κεφάλι ένα δάσος
με το σπάσιμο των άστρων
γνώρισα τη μελωδία
απ όπου ανατέλλει η μνήμη
δεν υπάρχει πια φωνή ν΄ αντιλαλεί
μες στο Παρίσι το στρωμένο με φύλλα
ένα καλοκαίρι λείπει απ΄ την πρόσκληση
μόνος εγώ το ξέρω
λησμονείστε τα παιδιά σας τις μανάδες σας
την νιότη την άνοιξη
τα φιλιά απ΄ τις αγαπημένες
το χρυσάφι του καιρού
ένα όνομα γυμνό φτερουγίζει ακόματις νύχτες γύρω από τις λάμπες
και η σφιγμένη γροθιά των πόλεων
ορθώνει ως την καρδιά της μέρας
αυτό το φως αυτή την επανάσταση
που προσφέρουν στους διαβάτες
μες στην παλάμη του χεριούτου κόσμου
μέσα στα χέρια που κύμα τα παίρνει
ένα πουλί και τίποτ΄ άλλο από θυμό
ένα πρόσωπο στο παραθύρι μου
μια χαρά κυματίζει
το μυστικό μου ο λόγος της ύπαρξής μου
κι ο κόσμος
Πράγα, Μάρτιος 1946
~
Μετάφραση: Τάκης Βαρβιτσιώτης