Νύχτα. Η κίνηση αραιή στη λεωφόρο.
Μες στο κλειστό, το φωτισμένο εργοστάσιο,
Οι μηχανές, αποσταμένες μα άγρυπνες,
Επιβλέπουν σαν άκακοι γίγαντες
Τον ύπνο του μικρού. Στριμωγμένος
Κοντά στη σκάρα του ατμού,
Με του αδελφού του το παλτό σκεπασμένος
Ξεκουράζεται.
Όλη τη μέρα δουλεύει στα φανάρια
Σκουπίζει τζάμια βιαστικά με το κόκκινο.
Εισπράττει κέρματα ή την εύλογη αγανάκτηση.
Περιμένει το επόμενο φανάρι.
Τίμια κερδίζει έτσι και ψωμί
Και το μερίδιο του νυχτοφύλακα,
Που τον αφήνει να κοιμάται εκεί μέσα.
Τα χιονισμένα βουνά της πατρίδας του,
Τα χέρια της μάνας του που τύλιγαν γύρω του
Γυναίκειο μαντίλι για το κρύο,
Το δάσκαλο που πληρωνότανε με γάλα
Μόλις θυμάται.
Θυμάται κάτι ελληνικά από το στόμα του,
Που τώρα εδώ ακούγονται αλλιώτικα.
Όχι σαν βότσαλα γυαλιστερά μεγάλης θάλασσας,
Όχι σαν ποδοβολητό του αλόγου
Ενός ανίκητου στρατηλάτη,
Αλλά να, σαν τα κέρματα στην τσέπη,
Σαν το φτύσιμο στο βλέμμα του πελάτη.
Καμιά φορά πιο εγκάρδια
Σαν τούτο δω το βουητό της σκάρας,
Που όλο ανεβάζει το θερμό ατμό.
Μες στο κλειστό, το φωτισμένο εργοστάσιο,
Οι μηχανές, αποσταμένες μα άγρυπνες,
Επιβλέπουν σαν άκακοι γίγαντες
Τον ύπνο του μικρού. Στριμωγμένος
Κοντά στη σκάρα του ατμού,
Με του αδελφού του το παλτό σκεπασμένος
Ξεκουράζεται.
Όλη τη μέρα δουλεύει στα φανάρια
Σκουπίζει τζάμια βιαστικά με το κόκκινο.
Εισπράττει κέρματα ή την εύλογη αγανάκτηση.
Περιμένει το επόμενο φανάρι.
Τίμια κερδίζει έτσι και ψωμί
Και το μερίδιο του νυχτοφύλακα,
Που τον αφήνει να κοιμάται εκεί μέσα.
Τα χιονισμένα βουνά της πατρίδας του,
Τα χέρια της μάνας του που τύλιγαν γύρω του
Γυναίκειο μαντίλι για το κρύο,
Το δάσκαλο που πληρωνότανε με γάλα
Μόλις θυμάται.
Θυμάται κάτι ελληνικά από το στόμα του,
Που τώρα εδώ ακούγονται αλλιώτικα.
Όχι σαν βότσαλα γυαλιστερά μεγάλης θάλασσας,
Όχι σαν ποδοβολητό του αλόγου
Ενός ανίκητου στρατηλάτη,
Αλλά να, σαν τα κέρματα στην τσέπη,
Σαν το φτύσιμο στο βλέμμα του πελάτη.
Καμιά φορά πιο εγκάρδια
Σαν τούτο δω το βουητό της σκάρας,
Που όλο ανεβάζει το θερμό ατμό.
[Το Ποιημα Περιλαμβανεται στην ποιητική συλλογή Το κυπαρίσσι των εργατικών (1981). Όπως είναι γνωστό, μετά την κατάρρευση των καθεστώτων των Ανατολικών χωρών, πολλοί κάτοικοι κατέφυγαν στην Ελλάδα προς αναζήτηση εργασίας. Στην κατηγορία αυτή ανήκει και το παιδί του ποιήματος που αναγκάζεται να πηγαίνει όπου υπάρχουν φωτεινοί σηματοδότες (φανάρια) και σταματούν τα αυτοκίνητα.]
πηγή
Η Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου γεννήθηκε το 1953 στην Αθήνα. Σπούδασε Νομικά και Φιλολογία. Εργάστηκε μέχρι τη συνταξιοδότησή της ως καθηγήτρια στη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει δεκαπέντε βιβλία ποίησης, ένα βιβλίο με πεζά κείμενα κι έναν τόμο με μεταφράσεις αρχαίας ελληνικής λυρικής ποίησης. Ποίησή της έχει μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Της έχουν απονεμηθεί: Το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2008 για το βιβλίο της «Λιμός», το Βραβείο Ποίησης 2015 του ηλεκτρονικού λογοτεχνικού περιοδικού «Αναγνώστης» για το βιβλίο της «Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης» και το Βραβείο Καλύτερης Ποιητικής Συλλογής 2017 «Ζαν Μορεάς» από το «Γραφείον Ποιήσεως» για το βιβλίο της «Παράκτιος οικισμός».
Τίτλοι βιβλίων (Ποίηση): Τα άλογα του Μυροβλήτου (1974). Ηγησώ (1979). Χώμα (1985). Η προσευχή του αναιδούς (1991). Το κυπαρίσσι των εργατικών. (1995), Φορτίο (1997). Προς τα κάτω (1999). Ελάχιστα πριν (2005). Λιμός (2007). Πώς Αυτοκτονούν οι Ασσύριοι (2010). Ο τρόμος ως απλή μηχανή (2012). Το ελάχιστο Ψωμί της Συνείδησης (2014). Παράκτιος οικισμός (2017). Είκοσι τέσσερις χτύποι και σιωπή (2019). Ευγενής ναυσιπλοϊα (2021)




(1).jpg)
.png)
