Έχασε εκείνον που αγαπούσε
Ή δεν τον γνώρισε ποτέ.
Κι όμως. Τι λαμπερή γυναίκα.
Μες στο κλειστό το φόρεμά της
Σαν μες στη χλόη κολυμπά
Κι όταν σερβίρει τσάι με κανέλα
Όλους μάς δένει μια βουβή αναπνοή
Από χαρούμενο κρεβάτι.
Ή δεν τον γνώρισε ποτέ.
Κι όμως. Τι λαμπερή γυναίκα.
Μες στο κλειστό το φόρεμά της
Σαν μες στη χλόη κολυμπά
Κι όταν σερβίρει τσάι με κανέλα
Όλους μάς δένει μια βουβή αναπνοή
Από χαρούμενο κρεβάτι.
Παιδιά δεν της άφησε ο χρόνος
Ή δεν απόχτησε ποτέ.
Κι όμως. Τι τρυφερή μητέρα.
Σαν φεύγουμε, διορθώνει το κασκόλ μας.
Δεν περιμένει να γυρίσουμε.
Αν αργήσουμε, δε μας μαλώνει.
Πόνους συχνά ζητούμε ξεχασμένους
Για να γείρουμε λίγο στα πόδια της.
Παρότι φύγαμε και μίλια μακριά της,
Δε χάσαμε ποτέ τα χνάρια της.
Με το αργό, λυπημένο της βάδισμα,
Περπατάει με διάκριση μέσα μας
Σαν μια σκιά πάνω στον τοίχο.
Άλλοι ανταμώνουν νευρικά κορίτσια
Και δείχνουνε υπομονή,
Γιατί θυμούνται που Εκείνη κάποτε
Τους είχε προσεχτικά σκουπίσει
Το λίγο αίμα μιας ιδιοτροπίας.
Άλλοι γερνούν στο τραπουλόχαρτο.
Κι αίφνης, τους πνίγει τ’ άρωμά της και σηκώνονται-
Πέρα τραβούν, στο βραδινόν αέρα,
Και μόνοι ως το πρωί σ’ ένα παγκάκι
Ψάχνουν να βρουν αν θα τους έδινε συγχώρεση,
Ποια, μέσα απ’ τα φιλιά της, συμβουλή.
Τι τρυφερή, τι λαμπερή γυναίκα.
Μονάχα, να, δε μας κοιτούν πάντα τα μάτια της.
Μας βλέπουν, ναι. Και, πιο συχνά, προβλέπουν.
Όμως επίμονα τα βρέχει μια υγρασία
Άλλου θεάματος, φριχτού ή ωραίου.
Ύστερα, πότε πότε σηκώνεται
Δίχως καν μια ευγενική καληνύχτα
Και κάπου κρύβεται, ποιος ξέρει,
Σαν άγριο πουλί μες στα φτερά του.
Να είναι τάχα αυτά μηνύματα
Κάποιου οριστικού χωρισμού
(Πώς θα μπορούσε ποτέ να μας αφήσει;)
Ή κάποια λογική φειδώ στην καλοσύνη…
Όπως και να ναι, όταν έρχεται η άνοιξη
Κι οι αόρατες ανθίζουν κερασιές
Κι όλα χαρούμενα επιστρέφουνε
Χωρίς λόγο και χωρίς τέλος,
Εκείνη είναι πάντα εδώ, κοντά μας,
Βουνό μεγάλο που άγρυπνά κατάφυτο
Απ’ τις πηγές του ως κάτω πια, τη θάλασσα,
Όπου αποθέτει κάθε του κλαράκι
Και σμίγει με τ’ αρχαία νερά.
~
Από τη συλλογή Η προσευχή του αναιδούς, εκδ. Καστανιώτη, 1991
Ή δεν απόχτησε ποτέ.
Κι όμως. Τι τρυφερή μητέρα.
Σαν φεύγουμε, διορθώνει το κασκόλ μας.
Δεν περιμένει να γυρίσουμε.
Αν αργήσουμε, δε μας μαλώνει.
Πόνους συχνά ζητούμε ξεχασμένους
Για να γείρουμε λίγο στα πόδια της.
Παρότι φύγαμε και μίλια μακριά της,
Δε χάσαμε ποτέ τα χνάρια της.
Με το αργό, λυπημένο της βάδισμα,
Περπατάει με διάκριση μέσα μας
Σαν μια σκιά πάνω στον τοίχο.
Άλλοι ανταμώνουν νευρικά κορίτσια
Και δείχνουνε υπομονή,
Γιατί θυμούνται που Εκείνη κάποτε
Τους είχε προσεχτικά σκουπίσει
Το λίγο αίμα μιας ιδιοτροπίας.
Άλλοι γερνούν στο τραπουλόχαρτο.
Κι αίφνης, τους πνίγει τ’ άρωμά της και σηκώνονται-
Πέρα τραβούν, στο βραδινόν αέρα,
Και μόνοι ως το πρωί σ’ ένα παγκάκι
Ψάχνουν να βρουν αν θα τους έδινε συγχώρεση,
Ποια, μέσα απ’ τα φιλιά της, συμβουλή.
Τι τρυφερή, τι λαμπερή γυναίκα.
Μονάχα, να, δε μας κοιτούν πάντα τα μάτια της.
Μας βλέπουν, ναι. Και, πιο συχνά, προβλέπουν.
Όμως επίμονα τα βρέχει μια υγρασία
Άλλου θεάματος, φριχτού ή ωραίου.
Ύστερα, πότε πότε σηκώνεται
Δίχως καν μια ευγενική καληνύχτα
Και κάπου κρύβεται, ποιος ξέρει,
Σαν άγριο πουλί μες στα φτερά του.
Να είναι τάχα αυτά μηνύματα
Κάποιου οριστικού χωρισμού
(Πώς θα μπορούσε ποτέ να μας αφήσει;)
Ή κάποια λογική φειδώ στην καλοσύνη…
Όπως και να ναι, όταν έρχεται η άνοιξη
Κι οι αόρατες ανθίζουν κερασιές
Κι όλα χαρούμενα επιστρέφουνε
Χωρίς λόγο και χωρίς τέλος,
Εκείνη είναι πάντα εδώ, κοντά μας,
Βουνό μεγάλο που άγρυπνά κατάφυτο
Απ’ τις πηγές του ως κάτω πια, τη θάλασσα,
Όπου αποθέτει κάθε του κλαράκι
Και σμίγει με τ’ αρχαία νερά.
~
Από τη συλλογή Η προσευχή του αναιδούς, εκδ. Καστανιώτη, 1991
Η Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου γεννήθηκε το 1953 στην Αθήνα. Σπούδασε Νομικά και Φιλολογία. Εργάστηκε μέχρι τη συνταξιοδότησή της ως καθηγήτρια στη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει δεκαπέντε βιβλία ποίησης, ένα βιβλίο με πεζά κείμενα κι έναν τόμο με μεταφράσεις αρχαίας ελληνικής λυρικής ποίησης. Ποίησή της έχει μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Της έχουν απονεμηθεί: Το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2008 για το βιβλίο της «Λιμός», το Βραβείο Ποίησης 2015 του ηλεκτρονικού λογοτεχνικού περιοδικού «Αναγνώστης» για το βιβλίο της «Το ελάχιστο ψωμί της συνείδησης» και το Βραβείο Καλύτερης Ποιητικής Συλλογής 2017 «Ζαν Μορεάς» από το «Γραφείον Ποιήσεως» για το βιβλίο της «Παράκτιος οικισμός».
Τίτλοι βιβλίων (Ποίηση): Τα άλογα του Μυροβλήτου (1974). Ηγησώ (1979). Χώμα (1985). Η προσευχή του αναιδούς (1991). Το κυπαρίσσι των εργατικών. (1995), Φορτίο (1997). Προς τα κάτω (1999). Ελάχιστα πριν (2005). Λιμός (2007). Πώς Αυτοκτονούν οι Ασσύριοι (2010). Ο τρόμος ως απλή μηχανή (2012). Το ελάχιστο Ψωμί της Συνείδησης (2014). Παράκτιος οικισμός (2017). Είκοσι τέσσερις χτύποι και σιωπή (2019). Ευγενής ναυσιπλοϊα (2021)




(1).jpg)
.png)
