Επεδίωκε κάποιου είδους τελειότητα
και η ποίηση που εφηύρε ήταν απλή, κατανοητή.
Ήξερε σαν την παλάμη του την ανθρώπινη παλαβωμάρα,
κι ενδιαφερόταν τρομερά για στρατούς και στόλους.
Όταν γελούσε, σεβαστοί συγκλητικοί ξεσπούσαν σε γέλια,
κι όταν έκλαιγε, τα μικρά παιδιά πέθαιναν στους δρόμους.
~
και η ποίηση που εφηύρε ήταν απλή, κατανοητή.
Ήξερε σαν την παλάμη του την ανθρώπινη παλαβωμάρα,
κι ενδιαφερόταν τρομερά για στρατούς και στόλους.
Όταν γελούσε, σεβαστοί συγκλητικοί ξεσπούσαν σε γέλια,
κι όταν έκλαιγε, τα μικρά παιδιά πέθαιναν στους δρόμους.
~
μετάφραση: Belica-Antonia Kubareli
Ο Ουίσταν Χιου Ώντεν (Wystan Hugh Auden) (1907, Γιορκ της Αγγλίας -1973, Βιέννη) υπήρξε ο ύπατος ποιητής της γενιάς του, που ονομάστηκε «Γενιά του Ώντεν» είτε αλλιώς, «Γενιά του ’30». Τον είπαν ποιητή του τέλειου στίχου. Εισήγαγε την καθημερινή γλώσσα στην αγγλική ποίηση γράφοντας στίχους πολιτικούς και στοχαστικούς, δραματικούς και τολμηρούς. Χωρίς σταθερό εισόδημα και μόνιμο επάγγελμα, γενναιόδωρος και ταπεινός, έμπρακτα φιλάνθρωπος, πεισματικά αδιάφορος για την εμφάνισή του, υπήρξε ωστόσο υποδειγματικά απαιτητικός με το έργο του. Με την πεποίθηση πως το ποίημα είναι ένας ζωντανός οργανισμός, σε κάθε νέα έκδοση των Απάντων του επέστρεφε στα τετρακόσια περίπου ποιήματα που απαρτίζουν το corpus, για να προσθέσει ή να εξοβελίσει κάποιο, να διορθώσεις ένα στίχο, ν’ αποκρυσταλλώσει το σύνολο, συμφωνώντας με τον Βαλερύ πως «ένα έργο τέχνης δεν το ολοκληρώνεις ποτέ, απλώς το εγκαταλείπεις». Πέρασε τη ζωή του διδάσκοντας λογοτεχνία σε πανεπιστήμια. Τη νύχτας της 28ης-29ης Σεπτεμβρίου 1973, μετά από μια δημόσια ανάγνωση στη Βιέννη, έσβησε στον ύπνο του από καρδιακή προσβολή, μέσα σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου. «Την εποχή που πέθανε ο Έλιοτ (1965), ο οποίος είχε κληρονομήσει τη θέση του Γέητς, ήταν αυτονόητο πως ο Ώντεν είναι πράγματι ο διάδοχός του» (Encyclopaedia Britannica).




(1).jpg)
.png)

