Ο άνθρωπος αιχμάλωτος
Της ομορφιάς και των χρωμάτων
Κλειδωμένος στην ιδέα της ομορφιάς
Ακροβάτης πάνω στη φλεγόμενη σφαίρα
Του πόνου
Την αγκαλιάζει, αγκιστρώνεται πάνω της
Να μικραίνει, να συμπυκνώνεται, να θρέφει
Αυτό που μπορεί να γίνει
Δεν είναι τίποτα παραπάνω
Από αυτό που ήδη είναι
Ήδη είναι ό,τι μπορεί να γίνει
Η απειλή που εντόπισε
Είναι ο εαυτός του
Και η επικινδυνότητα του άλλου ανθρώπου
Ο εαυτός του είναι πάλι
Κι αν δεν ήταν κυνικός
Δε θα μπορούσε ποτέ να ερωτευτεί
Τόσο δυνατά
Σε πείσμα κάθε κυνισμού
Και δεν ξεγελιέται πια και ξέρει
Ότι ξεκινά φοβισμένος
Και παλεύει για μια ανάσα
Όχι το αντίστροφο
Δε χρειάζεται τίποτα
Για να ηρεμήσει
Δε θέλει να ηρεμήσει θέλει να
Πάλλεται να πάλλεται να
Πάλλεται
Μέχρι να τον ακουμπήσει ένα ιερό
Διάφανο χέρι και να τον πάρει μαζί του
Σε μία πράσινη λίμνη και να τον πνίξει
Ανάμεσα στα ψάρια
Κι εκεί να ξαναγεννηθεί
Κι εκεί ο άνθρωπος να ερωτευτεί
Τη σιωπή και κάθε τι που τη διαλύει
Και την ανασταίνει και της αλλάζει μορφή
Αγνή καθάρια αμόλυντη σιωπή
Παλλόμενη σιωπή
Εκεί να ερωτευτεί τον τρόπο που διάλεξε
Το ιερό διάφανο χέρι να τον σκοτώσει
Τόσο μοναδικά
Ο άνθρωπος συνεχίζει να μοιράζει
Τις στιγμές του απλόχερα
Και συνεχίζουν οι άλλοι άνθρωποι
Να του τις αρπάζουν άπληστα παριστάνοντας
Ότι τις δέχονται πρόσχαρα
Η επιστροφή συντελείται μετά από μικρά
Διαλείμματα ενδοσκόπησης
Και συνειδητοποίησης του θανάτου
Συνοδευόμενη πάντα από κομφετί και
Γιρλάντες
Θα στήσει μια σκηνή γύρω από
Το χάος του άλλου ανθρώπου
Θα το γνωρίσει με το δικό του
Και θα κάνουν παρέα
Κι αυτοί οι δύο ποτέ πια δε θα ξανά ιδωθούν
Θα ανοίξει μια τομή στο κεφάλι του
Θα κυλήσει έξω το χάος του κόσμου
Και στο κεφάλι του θα μείνει ένα παρτέρι
Τουλίπες κι ανεμώνες
Αλλά τα λουλούδια του συνήθως
Μαραίνονται ίσως γιατί είναι αδύναμος
Δε νιώθει συμπόνια για την αδυναμία
Δε νιώθει ούτε αδιαφορία
Γιατί τα χλιαρά αισθήματα δεν του ταιριάζουν
Και κάπως έτσι ο άνθρωπος τα βγάζει
Από πάνω του όπως ξεφλουδίζει
Το καμένο δέρμα ή όπως ένα φίδι
Αλλάζει πουκάμισο
Τα βγάζει και τα πετάει στη θάλασσα
Γιατί θέλει να πάλλεται να πάλλεται
Να πάλλεται
Εκμεταλλεύεται την πάλη του άλλου
Ανθρώπου και την κάνει πίνακα κραυγή
Μελωδία κρατάει κάθε τι παλλόμενο δικό του
Και θα το κρατάει να πάλλεται να πάλλεται
Να πάλλεται μέσα στο αίμα το δικό του
Η πάλη του άλλου ανθρώπου
Κι έτσι ο άνθρωπος πιστεύει στην αγάπη
Πιστεύει στην πληγή πιστεύει
Στην επούλωση πιστεύει στο αιώνιο
Σ` αυτό που λένε ζωή
Αντιπερισπασμός. Πίστη μόνο στο ένστικτο
Που τον τραβάει ν ` ανοίγει τα πόδια σε
Σκοτεινά λαγούμια να κλείνει τα μάτια
Μπροστά σε στόματα αβύσσους που τον
Καταπίνουν πίστη στην επιβίωση κι αυτό
Που λένε ζωή κανείς δεν ξέρει να το
Ορίσει
Έργο ζωής θ` αφήσει και δε θα πεθάνει
Ποτέ έργο ζωής το τέλος της πάλης
Δέος και θαυμασμός έργο ασάλευτης
Ζωής
Παροξυσμός. Όλα ημέρωσαν για τον άνθρωπο
Χαϊδεύει τις πατούσες του άλλου ανθρώπου
Με στοργή κι εκείνος χαμογελάει όλα είναι
Στη θέση τους ένα μαξιλάρι πάνω στο όμορφο
Κεφάλι του άλλου ανθρώπου
Έργο ζωής, η αιωνιότητα μιας στιγμής
Ο θάνατος σα χάδι στην πατούσα
Ή στο πέλμα ή στην καρδιά
Άπλετη ομορφιά
Της ομορφιάς και των χρωμάτων
Κλειδωμένος στην ιδέα της ομορφιάς
Ακροβάτης πάνω στη φλεγόμενη σφαίρα
Του πόνου
Την αγκαλιάζει, αγκιστρώνεται πάνω της
Να μικραίνει, να συμπυκνώνεται, να θρέφει
Αυτό που μπορεί να γίνει
Δεν είναι τίποτα παραπάνω
Από αυτό που ήδη είναι
Ήδη είναι ό,τι μπορεί να γίνει
Η απειλή που εντόπισε
Είναι ο εαυτός του
Και η επικινδυνότητα του άλλου ανθρώπου
Ο εαυτός του είναι πάλι
Κι αν δεν ήταν κυνικός
Δε θα μπορούσε ποτέ να ερωτευτεί
Τόσο δυνατά
Σε πείσμα κάθε κυνισμού
Και δεν ξεγελιέται πια και ξέρει
Ότι ξεκινά φοβισμένος
Και παλεύει για μια ανάσα
Όχι το αντίστροφο
Δε χρειάζεται τίποτα
Για να ηρεμήσει
Δε θέλει να ηρεμήσει θέλει να
Πάλλεται να πάλλεται να
Πάλλεται
Μέχρι να τον ακουμπήσει ένα ιερό
Διάφανο χέρι και να τον πάρει μαζί του
Σε μία πράσινη λίμνη και να τον πνίξει
Ανάμεσα στα ψάρια
Κι εκεί να ξαναγεννηθεί
Κι εκεί ο άνθρωπος να ερωτευτεί
Τη σιωπή και κάθε τι που τη διαλύει
Και την ανασταίνει και της αλλάζει μορφή
Αγνή καθάρια αμόλυντη σιωπή
Παλλόμενη σιωπή
Εκεί να ερωτευτεί τον τρόπο που διάλεξε
Το ιερό διάφανο χέρι να τον σκοτώσει
Τόσο μοναδικά
Ο άνθρωπος συνεχίζει να μοιράζει
Τις στιγμές του απλόχερα
Και συνεχίζουν οι άλλοι άνθρωποι
Να του τις αρπάζουν άπληστα παριστάνοντας
Ότι τις δέχονται πρόσχαρα
Η επιστροφή συντελείται μετά από μικρά
Διαλείμματα ενδοσκόπησης
Και συνειδητοποίησης του θανάτου
Συνοδευόμενη πάντα από κομφετί και
Γιρλάντες
Θα στήσει μια σκηνή γύρω από
Το χάος του άλλου ανθρώπου
Θα το γνωρίσει με το δικό του
Και θα κάνουν παρέα
Κι αυτοί οι δύο ποτέ πια δε θα ξανά ιδωθούν
Θα ανοίξει μια τομή στο κεφάλι του
Θα κυλήσει έξω το χάος του κόσμου
Και στο κεφάλι του θα μείνει ένα παρτέρι
Τουλίπες κι ανεμώνες
Αλλά τα λουλούδια του συνήθως
Μαραίνονται ίσως γιατί είναι αδύναμος
Δε νιώθει συμπόνια για την αδυναμία
Δε νιώθει ούτε αδιαφορία
Γιατί τα χλιαρά αισθήματα δεν του ταιριάζουν
Και κάπως έτσι ο άνθρωπος τα βγάζει
Από πάνω του όπως ξεφλουδίζει
Το καμένο δέρμα ή όπως ένα φίδι
Αλλάζει πουκάμισο
Τα βγάζει και τα πετάει στη θάλασσα
Γιατί θέλει να πάλλεται να πάλλεται
Να πάλλεται
Εκμεταλλεύεται την πάλη του άλλου
Ανθρώπου και την κάνει πίνακα κραυγή
Μελωδία κρατάει κάθε τι παλλόμενο δικό του
Και θα το κρατάει να πάλλεται να πάλλεται
Να πάλλεται μέσα στο αίμα το δικό του
Η πάλη του άλλου ανθρώπου
Κι έτσι ο άνθρωπος πιστεύει στην αγάπη
Πιστεύει στην πληγή πιστεύει
Στην επούλωση πιστεύει στο αιώνιο
Σ` αυτό που λένε ζωή
Αντιπερισπασμός. Πίστη μόνο στο ένστικτο
Που τον τραβάει ν ` ανοίγει τα πόδια σε
Σκοτεινά λαγούμια να κλείνει τα μάτια
Μπροστά σε στόματα αβύσσους που τον
Καταπίνουν πίστη στην επιβίωση κι αυτό
Που λένε ζωή κανείς δεν ξέρει να το
Ορίσει
Έργο ζωής θ` αφήσει και δε θα πεθάνει
Ποτέ έργο ζωής το τέλος της πάλης
Δέος και θαυμασμός έργο ασάλευτης
Ζωής
Παροξυσμός. Όλα ημέρωσαν για τον άνθρωπο
Χαϊδεύει τις πατούσες του άλλου ανθρώπου
Με στοργή κι εκείνος χαμογελάει όλα είναι
Στη θέση τους ένα μαξιλάρι πάνω στο όμορφο
Κεφάλι του άλλου ανθρώπου
Έργο ζωής, η αιωνιότητα μιας στιγμής
Ο θάνατος σα χάδι στην πατούσα
Ή στο πέλμα ή στην καρδιά
Άπλετη ομορφιά
~
πηγή
πηγή
Η Κατερίνα Ασημακοπούλου γεννήθηκε το 1990 στην Θεσσαλονίκη. Αποφοίτησε από την Νομική Σχολή του ΑΠΘ το 2014. Η ποιητική της συλλογή “Μια σακούλα καραμέλες” ήταν υποψήφια για το κρατικό βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη και το Βραβείο Γιάννη Βαρβέρη για πρωτοεμφανιζόμενο ποιητή. Ποιήματα και κριτικές της έχουν δημοσιευτεί στα λογοτεχνικά περιοδικά Bibliotheque, Intellectum, Αναγνώστη και Θράκα.
Τίτλοι βιβλίων: Μια σακούλα καραμέλες (Μελάνι, 2016)




(1).jpg)
.png)

