Είναι σε μια αίθουσα μεγάλη, κι όμως μοιάζει σαν στους τέσσερις ανέμους πεταμένη.
Του Κόσμου το μεγάλο ουρλιαχτό, φροντίζουν να εισχωρήσει, μα όχι ολόκληρο, όχι πολύ.
Ωστόσο, μέσα οι σκλάβοι εξετάζουν αυτούς που αφέντες ονομάζουν.
Το πλήθος έξω ελεύθερο σε γέλια χαρωπά ξεσπάει, πειράγματα ή με οργή κραυγάζει.
Ωστόσο, μέσα οι σκλάβοι εξετάζουν αυτούς που αφέντες ονομάζουν.
Στην αίθουσα, ενώ η συζήτηση κυλά, κάποιος μια λέξη αρπάζει που απ’ έξω μόλιςτρύπωσε, ένα θαυμαστικό, το τέλος μίας φράσης, μια αβέβαιη ηχώ που απ ' τα χίλια κύματα της τύχης φτάνει.
Ανήσυχοι, έτσι, ασταθείς, στα δύο διπλωμένοι, συντετριμμένοι βιαστικά μέσα μιλούν, και η κατάσταση που ολοένα εντείνεται από κουβέντες άπρεπες λύση δεν βρίσκει.
Της ημέρας τα φαντάσματα δεν μοιάζουν με της νύχτας.
Στα όρια κάποιου σύρματος μηδαμινού ανάμεσα, περιπλανιόνται αδιόρατοι και ένα κενό πιο τρομερό κι απ’το κενό, ένα κενό σαν της καρδιάς το κενό τους στοιχειώνει.
Έτσι, μπορούν εκεί να τους γνωρίζουν.
Τουλάχιστον κάποιοι μπορούν, αυτοί που, από σκέψεις δίχως αποτέλεσμα σκαμμένοι, το μονοπάτι δεν κατάφεραν να πάρουν εκείνο που η μοίρα είχε ορίσει.
Τους νιώθουν, τους αναγνωρίζουν.
Το καλωσόρισμα, θα ήταν πολύ.
Τι θα μπορούσαν, οι φτωχοί;
Ο ένας τον άλλον σκιάζει.
~
μετάφραση: Ανδρονίκη Δημητριάδου
πηγή
Του Κόσμου το μεγάλο ουρλιαχτό, φροντίζουν να εισχωρήσει, μα όχι ολόκληρο, όχι πολύ.
Ωστόσο, μέσα οι σκλάβοι εξετάζουν αυτούς που αφέντες ονομάζουν.
Το πλήθος έξω ελεύθερο σε γέλια χαρωπά ξεσπάει, πειράγματα ή με οργή κραυγάζει.
Ωστόσο, μέσα οι σκλάβοι εξετάζουν αυτούς που αφέντες ονομάζουν.
Στην αίθουσα, ενώ η συζήτηση κυλά, κάποιος μια λέξη αρπάζει που απ’ έξω μόλιςτρύπωσε, ένα θαυμαστικό, το τέλος μίας φράσης, μια αβέβαιη ηχώ που απ ' τα χίλια κύματα της τύχης φτάνει.
Ανήσυχοι, έτσι, ασταθείς, στα δύο διπλωμένοι, συντετριμμένοι βιαστικά μέσα μιλούν, και η κατάσταση που ολοένα εντείνεται από κουβέντες άπρεπες λύση δεν βρίσκει.
Της ημέρας τα φαντάσματα δεν μοιάζουν με της νύχτας.
Στα όρια κάποιου σύρματος μηδαμινού ανάμεσα, περιπλανιόνται αδιόρατοι και ένα κενό πιο τρομερό κι απ’το κενό, ένα κενό σαν της καρδιάς το κενό τους στοιχειώνει.
Έτσι, μπορούν εκεί να τους γνωρίζουν.
Τουλάχιστον κάποιοι μπορούν, αυτοί που, από σκέψεις δίχως αποτέλεσμα σκαμμένοι, το μονοπάτι δεν κατάφεραν να πάρουν εκείνο που η μοίρα είχε ορίσει.
Τους νιώθουν, τους αναγνωρίζουν.
Το καλωσόρισμα, θα ήταν πολύ.
Τι θα μπορούσαν, οι φτωχοί;
Ο ένας τον άλλον σκιάζει.
~
μετάφραση: Ανδρονίκη Δημητριάδου
πηγή




(1).jpg)
.png)

