Μὲ πῆρες κουρέλι χωρὶς ὄνομα,
χωρὶς πρόσωπο συγκεκρημένο, κάτι σὰν
τοὺς παλιάτσους στὸ τσίρκο ποὺ βάφονται
ὅσο πιὸ δυνατὰ μποροῦν γιὰ νὰ πείσουν
τοὺς ἄλλους ποιοὶ εἶναι καὶ μέσω αύτῶν τὸν ἐαυτό τους,
άλλὰ πάντα ὅλο καὶ κάτι βρίσκεται νὰ τοὺς προδώσει:
ἡ ρυτίδα στὸ στόμα ποὺ κατεβαίνει άνελέητη,
τὸ κοκκινάδι τὸ ὕποπτο καὶ ἰδίως τὸ βλέμμα,
τὸ βλέμμα ἐκείνου ποὺ πολλοί τὸν ἔφτυσαν,
πολλοί τοῦ πέταξαν λεμονόκουπες, τὸν λοιδώρησαν.
Κρύβονται τότε κάτω άπό τὴ σκάλα τοῦ τσίρκου
καὶ βγάζουν τὸ καθρεφτάκι άπ' τὸ φαρδύ πανταλόνι
καὶ σιγά σιγά διορθώνονται. Ἄν ρίξουν λίγη
πούντρα παραπάνω, ἡ λάσπη άπὸ τὸ δάκρυ θὰ κρυφτεῖ.
Ὅλα έν τάξει κι ὁ Διευθυντὴς τούς παίρνει
ἀπὸ τὸ χέρι καὶ, νὰ, τὰ φῶτα τὰ χειροκροτήματα.
Κάπως ἔτσι. Ὅπως ἐσὺ μὲ πῆρες στὴ βρύση
καὶ μοῦ ἔριξες χοῦφτες νερὸ νὰ φύγουν,
νὰ φύγουν τὰ ψιμμύθια καὶ νὰ φανοῦν οἱ χαρακιὲς,
τὸ παρελθὸν μου, ποὺ λένε. Μὲ ἑνοποίησες
χωρὶς πρόσωπο συγκεκρημένο, κάτι σὰν
τοὺς παλιάτσους στὸ τσίρκο ποὺ βάφονται
ὅσο πιὸ δυνατὰ μποροῦν γιὰ νὰ πείσουν
τοὺς ἄλλους ποιοὶ εἶναι καὶ μέσω αύτῶν τὸν ἐαυτό τους,
άλλὰ πάντα ὅλο καὶ κάτι βρίσκεται νὰ τοὺς προδώσει:
ἡ ρυτίδα στὸ στόμα ποὺ κατεβαίνει άνελέητη,
τὸ κοκκινάδι τὸ ὕποπτο καὶ ἰδίως τὸ βλέμμα,
τὸ βλέμμα ἐκείνου ποὺ πολλοί τὸν ἔφτυσαν,
πολλοί τοῦ πέταξαν λεμονόκουπες, τὸν λοιδώρησαν.
Κρύβονται τότε κάτω άπό τὴ σκάλα τοῦ τσίρκου
καὶ βγάζουν τὸ καθρεφτάκι άπ' τὸ φαρδύ πανταλόνι
καὶ σιγά σιγά διορθώνονται. Ἄν ρίξουν λίγη
πούντρα παραπάνω, ἡ λάσπη άπὸ τὸ δάκρυ θὰ κρυφτεῖ.
Ὅλα έν τάξει κι ὁ Διευθυντὴς τούς παίρνει
ἀπὸ τὸ χέρι καὶ, νὰ, τὰ φῶτα τὰ χειροκροτήματα.
Κάπως ἔτσι. Ὅπως ἐσὺ μὲ πῆρες στὴ βρύση
καὶ μοῦ ἔριξες χοῦφτες νερὸ νὰ φύγουν,
νὰ φύγουν τὰ ψιμμύθια καὶ νὰ φανοῦν οἱ χαρακιὲς,
τὸ παρελθὸν μου, ποὺ λένε. Μὲ ἑνοποίησες
Ο Ανδρέας Αγγελάκης (Πειραιάς, 1940 - Πειραιάς, 1991), ήταν ποιητής και
συγγραφέας. Σπούδασε Ελληνική και Αγγλική Φιλολογία στα Πανεπιστήμια της
Αθήνας και του Λονδίνου. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές: Ομιλίες τού
θεού και της θάλασσας (1962), Ο Πρίγκηπας των κρίνων (1964), Προτάσεις
Αθωότητας (1967), Ποιήματα χαρισμένα στον κόντε Διονύσιο Σολωμό (1971),
Το πύον (1973), Οι Εφιάλτες (1974), Το Δωμάτιο (1977), Η οδός
Θρασυβούλου (1979), Ερωτικό Σώμα (1981) (αυτοαναθολόγηση), Η Μεταφυσική
της μιας νύχτας (1982), Καβάφης καθ’ οδόν (1984), Τα ποιήματα του
δολοφόνου μου (1986), Ο Μακρύς μονόλογος της Μαρίας Πολυδούρη (1989).
Έγραψε τους στίχους σε σημαντικό αριθμό τραγουδιών, έγραψε το νεανικό
μυθιστόρημα Love story στο Αγκίστρι το οποίο εκδόθηκε από τις Εκδόσεις
Κέδρος το 1990 και τη βιογραφία του Κώστα Ταχτσή, η οποία εκδόθηκε απ’
τις εκδόσεις Καστανιώτη. Πέθανε στο Νοσοκομείο Μεταξά του Πειραιά στις
14 Ιουλίου του 1991 σε ηλικία μόλις 51 ετών προσβεβλημένος από AIDS [Βιογραφία]