Μολιέρος (Molière)

«Ο κατά φαντασίαν ασθενής» (1673)

722 Ποιητές - 8.171 Ποιήματα

Επιλογή της εβδομάδας..

Οδυσσέας Ελύτης, «Το Μονόγραμμα»

Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές  Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...

Μιχάλης Κατσαρός, «Βησιγότθοι»

Άξαφνα η πόρτα μας άνοιξε.
πρώτος κατέβαινε ο αυτοκράτορας
με καινούργια στολή
ο νέος αρχιεπίσκοπος
ο υπουργός παιδείας και θρησκευμάτων
(η εργάτρια Ντούμπιοβα παρήγαγε
δεκαπέντε χιλιάδες ποτήρια)
ο στρατάρχης ήρωας της μάχης Σαρώ
πιο πίσω οι αυλοκόλακες
οι υπάλληλοι όλοι με τας συζύγους των
ο πρόεδρος τους ανωτάτου δικαστηρίου
στο τέλος ένα παιδί που ήταν ο γελωτοποιός.

Εγώ αντιπροσώπευα τα στρατεύματα της Κορέας
των Γάλλων πατριωτών
των Ισπανών εξόριστων
την παυμένη εφημερίδα «Ελεύθερη Γνώμη»
την άλλη που έμεινε μόνον ο τίτλος της.

Οι ποιητές κρατώντας τα λάβαρα
έγραφαν ύμνους
κρατούσαν την αναπνοή μπροστά στους
επισήμους
χειροκροτούσαν ακατάπαυστα όλους
τους ρήτορες.
Τώρα το πώς εγίνηκε το απαίσιο πλήθος
να στριμώχνεται πάλι στα κάγκελα
το πώς εγίνηκε
το συνδικάτο των οικοδόμων να στέλνει
ομόφωνα ψηφίσματα
να στρώνει χαλιά γι αυτή την παρέλαση
μην το ρωτήσετε.
Φταίει αυτός που ήτανε δίπλα μου
όπου στην κρίσιμη ώρα σʼ αυτή τη σιωπή
εψιθύρισε:
Η μύτη της κυρίας Δημάρχου θυμίζει τη γεωγραφία.

Το τι επακολούθησε δεν περιγράφεται.
Διαδόθηκε μέσα στο αδιάφορο πλήθος η φήμη
οι υπουργοί θορυβήθησαν
ο πυγμάχος που έγινε χωροφύλακας έλαβε θέση
στους διπλανούς διαδρόμους οι πυροσβέστες
πλησιάσαν
ο πρόεδρος χτυπούσε μέσα στην αίθουσα
τον κώδωνα
σβηστήκαν τα κεριά του ναού
και κει στη μεγάλη τους σύγχυση τα κατάφερα
μʼ ένα μικρό βηματάκι άξαφνα να βρεθώ
να θαυμάζω το θέαμα.

Όταν τα φώτα ξανάναψαν
η χάλκινη πόρτα αμίλητη έκλεισε όπως φαίνεται
και δίπλα μου οι γυναίκες ξεφώνιζαν
τραβούσαν τα μαλλιά τους τσιρίζοντας
όχι γιατί δεν πρόλαβαν την παρέλαση
όλων των επισήμων
αλλά που χάσανε μέσα στο σκότος
τους άντρες τους.

Οι πάροδοι που οδηγούσαν προς τις εξέδρες
στις πόρτες των ναών και των φυλάκων
στους διαδρόμους των εξοχών
στα δημόσια πάρκα
στα κρατικά εκπαιδευτήρια
στη δουλειά με το κομμάτι
στην ποινή του θανάτου
παντού παντού παντού
ως και σε μένα τον αδιάφορο
είχανε εισχωρήσει σα μυστικοί χωροφύλακες
οι Βησιγότθοι.

Μη σκεφτείς άσκημα για τους Βησιγότθους
είναι κάτι ακίνητα μαζεμένα υποκείμενα
που παριστάνουν τους επιδρομείς.

Πάντως θα καταλάβατε τον αρχαίο ναό
τι αντιπροσώπευε ο γελωτοποιός
τι αντιπροσώπευα εγώ ο γελοίος
ποιοι οι Βησιγότθοι οι αρχιεπίσκοποι
κι ο ένδοξος αυτοκράτορας.

Υπάρχουνε προϋποθέσεις
για μια καινούργια άνοιξη.
 
Ο Μιχάλης Κατσαρός (Κυπαρισσία Μεσσηνίας, 1919 – Αθήνα, 1998) ήταν Έλληνας ποιητής, εκπρόσωπος της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς της ελληνικής λογοτεχνίας. Ασχολήθηκε επίσης με τη ζωγραφική και υπέγραφε τους πίνακές του με το όνομα Michel. Σε νεαρή ηλικία πήρε μέρος σε αριστερές πολιτικές οργανώσεις και κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση. Το 1945 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και έζησε για πολλά χρόνια σε δύσκολες συνθήκες, ασκώντας διάφορα βιοποριστικά επαγγέλματα. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά "Θεμέλιο" (1947), "Ποιητική Τέχνη", "Τα Νέα Ελληνικά", "Αθηναϊκά Γράμματα" και "Στόχος" (1950) και το 1975 εξέδωσε το περιοδικό "Σύστημα", όπου δημοσίευε κυρίως δικά του κείμενα. Η πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία σημειώθηκε το 1946, με τη δημοσίευση του ποιήματος "Το Μπαρμπερίνικο καράβι" στο περιοδικό "Ελεύθερα Γράμματα". Το 1949 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο "Μεσολόγγι". Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές "Μεσολόγγι" (1949), "Κατά Σαδδουκαίων" (1953), "Οροπέδιο" (1956), "Σύγγραμμα" (1975), "Πρόβα και ωδές" (1975), "Ενδύματα" (1977), "Αλφαβητάριο - ποιήματα Α-Ω" (1978), "Ονόματα"  (1980), "3Μ+3Μ=6Μ" (1981), "4 μαζινό" (1982), "Μείον ωά" (1985), "Ο πατέρας του ποιητή" (1987), "Κορέκτ, φόβος του ποιητή" (1996), "Εννέα το επτά" (1997), τα δοκίμια "Πας-Λακίς Michelet" (1973), "Σύγχρονες μπροσούρες" (1977-78), "Αυτοκρατορική πραγματικότητα" (1995), "Το κράτος εργοδότης" (1996), και το μυθιστόρημα "Οι συλλέκται της Μονόχρα" (1980). Τα ποιήματά του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες και μελοποιήθηκαν από τους Μ. Θεοδωράκη, Γ. Μαρκόπουλο και Α. Κουνάδη. Υπήρξε νυμφευμένος με τη ζωγράφο Κούλα Μαραγκοπούλου.  

Αντώνης Σαμαράκης (1919-2003)

«Το άγγελμα της ημέρας»

Μην πεις ποτέ σου: «Είναι αργά!» κι αν χαμηλά έχεις πέσει. κι αν λύπη τώρα σε τρυγά κι έχεις βαθιά πονέσει.

Κι αν όλα μοιάζουν σκοτεινά κι έρημος έχεις μείνει. μην πεις ποτέ σου: «Είναι αργά!» -τ' ακούς;- ό,τι  κι αν γίνει

Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»

𝓜πάμπης 𝓚υριακίδης