Στοὺς τοίχους ἅρματα ἀσημιὰ καὶ φλωροκαπνισμένα,
τακίμια ἀπὰ στὰ χαμηλὰ διβάνια τὰ νταμάδα,
τὰ φυσεκλίκια ἀραδιαστὰ τὰ χαϊμαλιὰ ἕνα-ἕνα
κι ἀπ᾿ τ᾿ ἀνοιχτὰ παράθυρα τῆς λίμνης φῶς ἡ ἀχνάδα.
Μὲς ἀπὸ τὴν αὐλόπορτα, τὸ σελωτὸ σπαθάτο
τῆς Ἀραπιᾶς μὲ τὰ κροσσάτα φάλαρα, φρουμάζει
καὶ μπρὸς στὸ μόντζο τὸ σκοπὸ ποὺ τὰ νερὰ ἀπὸ κάτω,
μονόξυλο μὲ τὸ μακρὺ σταλίκι γλεῖ κι ἀράζει.
Σουλιῶτες Φράγκοι, ἀδάμαστοι Μεσολογγῖτες γόνα
τὸ γόνα, χάμου κάθουνται, νὰ τιναχθοῦν καὶ πάλι,
σὰ θὰ προβάλει ἰσόθεος ὁ ἀσύγκριτος κορῶνα
φορώντας τὸν ἥλιο γύρο στὸ ἀγγελικὸ κεφάλι.
Ὅμως καὶ τὸ ψαρόπουλο στὸ νιοβαμένο πριάρι,
ποὺ τὸ σαλεύει μία ριπὴ τοῦ κόρφου ἀριὰ χυμένη,
χαρούμενο ποὺ κι ὁ γιαλὸς ἀρχίναε νὰ φρεσκάρει,
στρώνει στὴν πρύμη τὸ χαλίκι ὀρθὸ τὸν περιμένει.
Μὰ Κεῖνος πρὶ νὰ δώσ᾿ ἡ αὐγὴ μὲ τὸ φτερὸ κοντήλι,
σὰν ἀπὸ χάδι ἢ κρούσιμο στὸν ὕπνο μηνυμένος
ριμάρει ἀκόμα τὸν καϋμὸ τοῦ ὑστερνοῦ τοῦ Ἀπρίλη,
δοξάζοντας πάλε καὶ σέ, κατατρεγμένο Γένος.
Κι ἐγὼ ποὺ τότε σὲ δασὰ προγόνου στήθια μέσα,
ξέχωρου ἐκεῖ στοὺς διαλεχτοὺς ἔσφυζα στάλα αἱμάτου,
καὶ σὰν ἰδέα κυμάτιζα μὲς στὴν πλατιά του ἀνέσα,
καὶ στὴν ἀητένια του γοργὴ σπίθιζα ἀναβλεψιά του.
Ποιὸς ξέρει! σὲ ποιὸ στρόφιλο νὰ πόντισα ἄξαφνα, ὄντας
ἄνοιξε ἡ θύρα κι ἔτριξαν βαριάτα σκαλοπάτια
κι ἐστάθη τοὺς ἀρματωλοὺς μπροστὰ χαμογελώντας
καὶ τὸν παπποῦ μου ἐκοίταξε καλὰ-καλὰ στὰ μάτια...
τακίμια ἀπὰ στὰ χαμηλὰ διβάνια τὰ νταμάδα,
τὰ φυσεκλίκια ἀραδιαστὰ τὰ χαϊμαλιὰ ἕνα-ἕνα
κι ἀπ᾿ τ᾿ ἀνοιχτὰ παράθυρα τῆς λίμνης φῶς ἡ ἀχνάδα.
Μὲς ἀπὸ τὴν αὐλόπορτα, τὸ σελωτὸ σπαθάτο
τῆς Ἀραπιᾶς μὲ τὰ κροσσάτα φάλαρα, φρουμάζει
καὶ μπρὸς στὸ μόντζο τὸ σκοπὸ ποὺ τὰ νερὰ ἀπὸ κάτω,
μονόξυλο μὲ τὸ μακρὺ σταλίκι γλεῖ κι ἀράζει.
Σουλιῶτες Φράγκοι, ἀδάμαστοι Μεσολογγῖτες γόνα
τὸ γόνα, χάμου κάθουνται, νὰ τιναχθοῦν καὶ πάλι,
σὰ θὰ προβάλει ἰσόθεος ὁ ἀσύγκριτος κορῶνα
φορώντας τὸν ἥλιο γύρο στὸ ἀγγελικὸ κεφάλι.
Ὅμως καὶ τὸ ψαρόπουλο στὸ νιοβαμένο πριάρι,
ποὺ τὸ σαλεύει μία ριπὴ τοῦ κόρφου ἀριὰ χυμένη,
χαρούμενο ποὺ κι ὁ γιαλὸς ἀρχίναε νὰ φρεσκάρει,
στρώνει στὴν πρύμη τὸ χαλίκι ὀρθὸ τὸν περιμένει.
Μὰ Κεῖνος πρὶ νὰ δώσ᾿ ἡ αὐγὴ μὲ τὸ φτερὸ κοντήλι,
σὰν ἀπὸ χάδι ἢ κρούσιμο στὸν ὕπνο μηνυμένος
ριμάρει ἀκόμα τὸν καϋμὸ τοῦ ὑστερνοῦ τοῦ Ἀπρίλη,
δοξάζοντας πάλε καὶ σέ, κατατρεγμένο Γένος.
Κι ἐγὼ ποὺ τότε σὲ δασὰ προγόνου στήθια μέσα,
ξέχωρου ἐκεῖ στοὺς διαλεχτοὺς ἔσφυζα στάλα αἱμάτου,
καὶ σὰν ἰδέα κυμάτιζα μὲς στὴν πλατιά του ἀνέσα,
καὶ στὴν ἀητένια του γοργὴ σπίθιζα ἀναβλεψιά του.
Ποιὸς ξέρει! σὲ ποιὸ στρόφιλο νὰ πόντισα ἄξαφνα, ὄντας
ἄνοιξε ἡ θύρα κι ἔτριξαν βαριάτα σκαλοπάτια
κι ἐστάθη τοὺς ἀρματωλοὺς μπροστὰ χαμογελώντας
καὶ τὸν παπποῦ μου ἐκοίταξε καλὰ-καλὰ στὰ μάτια...
~




(1).jpg)
.png)

