Πρόλογος
Το νόημα της τέχνης μου θαρρούσα
πως ήταν φεγγαριού βυζαντινού
κι αυτό που από παιδί αιμορραγούσα.
Στα μήπως και τα τίποτα πενθούσα
γιατί σαν ακροβάτης του ουρανού
στην αίρεση του κόσμου ισορροπούσα.
Φυσούσε φύλλα τράπουλας κι αφιόνι
μες στων νεκρών ερώτων τους γκρεμούς
και της πικρής μου τύχης οι δαιμόνοι
του σώματός μου γίνονταν αγχόνη.
Στον ύπνο μου διψούσαν αγιασμούς
σκυλιά της μουσικής του Αλμπινόνι.
Ζητιάνος στα ουράνια φαρμακεία
ζητούσα φάρμακα φανταστικά
γι’ αγάπη, εμπιστοσύνη κι ευσπλαχνία
και για μια τέχνη δίχως ερμηνεία.
Ζητούσα πυροσβέστη να νικά
το πυρ που κατακαίει τη μανία.
Και να ο πυροσβέστης – οπτασία
να πίνει και να τρώει τη φωτιά
καθώς οι μάγοι άγιοι στην Ασία.
Κι ωστόσο τη δική του αθανασία
την αγνοεί – κι ας ρίχνει σαϊτιά
στα πάθη που δεν έχουν εκκλησία.
Οι γέροι φωτογράφοι, σα γυρίζουν
στο σκοτεινό τους σπίτι σιωπηλοί
τα είδωλα της μιας στιγμής αγγίζουν
με το μυαλό, μ’ αισθήσεις που ραγίζουν.
Δεν έχουν αυταπάτες και φυλή.
Συνήθισαν παντού να γονατίζουν.
Χιονίζει στα χρυσά ινδάλματά τους
σε χέρια, πόδια, στόματα, φωνή,
και πώς να φτιάξουν, πώς, το άγαλμά τους
πριν προδοθεί το σώμα από θανάτους.
Παγίδεψαν το χρόνο στο χαρτί
γι’ αυτό χιονίζει πάντα στην καρδιά τους.
Και μοιάζουν μ’ όσους ζουν σα μεταπράτες
μα πιο πολύ θυμίζουνε κουρείς
με τσέπες από ενθύμια γεμάτες.
Μαλλιά που κόψαν από κωπηλάτες,
εργάτες, καλλιτέχνες, ιερείς
και στη φωτιά τα ρίξαν και τις στάχτες
να βρουν αγάπες, τρόπους και υποσχέσεις
και συνταγές του έρωτα παλιές.
Τους τόκους που έχουν κάποιες καταθέσεις:
και τι αναλογεί στις αφαιρέσεις
και λένε ευχές και ξόρκια σε θηλιές.
Τι επιτέλους κάνεις για ν’ αρέσεις.
Έτσι χιονίζει χρόνια και για μένα
στα ξένα σπίτια μέσα που ξυπνώ
κι ανακαλώ φαντάσματα αγιασμένα.
Γι’ αυτό μιλώ για λάθη ξεχασμένα.
Γι’ αυτό μιλώ κι εδώ καθώς γερνώ
για πράγματα που σφάλασι για μένα.
~
από τη συλλογή Ο νοητός λύκος, εκδ. Μεταίχμιο, 2010
μες στων νεκρών ερώτων τους γκρεμούς
και της πικρής μου τύχης οι δαιμόνοι
του σώματός μου γίνονταν αγχόνη.
Στον ύπνο μου διψούσαν αγιασμούς
σκυλιά της μουσικής του Αλμπινόνι.
Ζητιάνος στα ουράνια φαρμακεία
ζητούσα φάρμακα φανταστικά
γι’ αγάπη, εμπιστοσύνη κι ευσπλαχνία
και για μια τέχνη δίχως ερμηνεία.
Ζητούσα πυροσβέστη να νικά
το πυρ που κατακαίει τη μανία.
Και να ο πυροσβέστης – οπτασία
να πίνει και να τρώει τη φωτιά
καθώς οι μάγοι άγιοι στην Ασία.
Κι ωστόσο τη δική του αθανασία
την αγνοεί – κι ας ρίχνει σαϊτιά
στα πάθη που δεν έχουν εκκλησία.
Οι γέροι φωτογράφοι, σα γυρίζουν
στο σκοτεινό τους σπίτι σιωπηλοί
τα είδωλα της μιας στιγμής αγγίζουν
με το μυαλό, μ’ αισθήσεις που ραγίζουν.
Δεν έχουν αυταπάτες και φυλή.
Συνήθισαν παντού να γονατίζουν.
Χιονίζει στα χρυσά ινδάλματά τους
σε χέρια, πόδια, στόματα, φωνή,
και πώς να φτιάξουν, πώς, το άγαλμά τους
πριν προδοθεί το σώμα από θανάτους.
Παγίδεψαν το χρόνο στο χαρτί
γι’ αυτό χιονίζει πάντα στην καρδιά τους.
Και μοιάζουν μ’ όσους ζουν σα μεταπράτες
μα πιο πολύ θυμίζουνε κουρείς
με τσέπες από ενθύμια γεμάτες.
Μαλλιά που κόψαν από κωπηλάτες,
εργάτες, καλλιτέχνες, ιερείς
και στη φωτιά τα ρίξαν και τις στάχτες
να βρουν αγάπες, τρόπους και υποσχέσεις
και συνταγές του έρωτα παλιές.
Τους τόκους που έχουν κάποιες καταθέσεις:
και τι αναλογεί στις αφαιρέσεις
και λένε ευχές και ξόρκια σε θηλιές.
Τι επιτέλους κάνεις για ν’ αρέσεις.
Έτσι χιονίζει χρόνια και για μένα
στα ξένα σπίτια μέσα που ξυπνώ
κι ανακαλώ φαντάσματα αγιασμένα.
Γι’ αυτό μιλώ για λάθη ξεχασμένα.
Γι’ αυτό μιλώ κι εδώ καθώς γερνώ
για πράγματα που σφάλασι για μένα.
~
από τη συλλογή Ο νοητός λύκος, εκδ. Μεταίχμιο, 2010
Ο Μάνος Ελευθερίου (Ερμούπολη, 1938 - 22 Ιουλίου 2018) ήταν ποιητής,
στιχουργός και πεζογράφος. Έχει γράψει ποιητικές συλλογές, διηγήματα,
μία νουβέλα, δύο μυθιστορήματα και περισσότερα από 400 τραγούδια.
Παράλληλα εργάστηκε ως αρθρογράφος, επιμελητής εκδόσεων, εικονογράφος
και ραδιοφωνικός παραγωγός. Τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο
Μυθιστορήματος 2005 για το μυθιστόρημά του "O καιρός των χρυσανθέμων"
(Mεταίχμιο, 2004). Το 2013 τιμήθηκε με το Βραβείο Ποίησης του Ιδρύματος
Κώστα και Ελένης Ουράνη, για το σύνολο του έργου του. [Βιογραφία]