Στο καφενείο του σταθμού άναψαν ντροπαλά,
χαμηλά τα πρώτα φώτα• είν’ η ώρα τούτη που ξυπνούν οι ωχροί
τοίχοι: οι ταξιδιώτες δεν έχουν ακόμα φτάσει- έξω ένας τόνος μόνο
πιο ανοιχτός σα να χαράζει το σκοτάδι στο βάθος, και ιδού:
έφτασαν κιόλας δυο τρεις για τα πρώτα δρομολόγια - βιάζονται
να γεμίσουνε της μέρας τη σκηνή• και λίγο λίγο πια ξημερώνει πίσω τους
χαμηλά τα πρώτα φώτα• είν’ η ώρα τούτη που ξυπνούν οι ωχροί
τοίχοι: οι ταξιδιώτες δεν έχουν ακόμα φτάσει- έξω ένας τόνος μόνο
πιο ανοιχτός σα να χαράζει το σκοτάδι στο βάθος, και ιδού:
έφτασαν κιόλας δυο τρεις για τα πρώτα δρομολόγια - βιάζονται
να γεμίσουνε της μέρας τη σκηνή• και λίγο λίγο πια ξημερώνει πίσω τους
ενώ ρουφούν τον καφέ σιωπηλοί, μόνοι - μα είναι κιόλας πολλοί, και φτάνουν
κι άλλοι
άνθρωποι από σμάλτο και σα να τους σκεπάζουν φύλλα
χαλκού, ιδρωμένο κερί και μολύβι -σε αναλογίες διάφορες - κι από μέσα
βούτυρο μαλακό• κι ένα μυαλό γαλακτερό, να τυπώνεται κει πάνω κάθε πόνος,
κάθε γνώση: τυραννία της ανάμνησης - κι η καρδιά καρπός γλυκύς
κι αψύς, γι’ αυτό κατακόκκινος να στέλνει συνέχεια τους χυμούς της
παντού
τώρα, ξεχωρίζουν μορφές ανθρωπινές - και να μια γυναίκα
μόνη κει στο βάθος, τρία τέταρτα γυρισμένη, κι η άλλη, ακριβώς απέναντι,
στον τοίχο μπροστά χλωμή γυναίκα, ώριμη κι αυτή: τα χείλη της
σφιγμένα, ενώ κιόλας ώρα πολλή δίπλα της οι δυο άντρες στα χακί
κοκκινωποί φλυαρούν• χαμογελούν και στο πλάι ένα λακκάκι, είναι νέοι αλλά
ο σαραντάρης παραδίπλα κάθεται, το μέτωπο γκρίζα σκιά και μαζί του
κάποιος που του μοιάζει πολύ, μα κείνος με το μέτωπο σκαμμένο βαθιά
και μια αχνή γυαλάδα: θα ’λεγες περήφανος - βέβαιος πια για κάτι
πικρό:
μια αλήθεια ο καθένας τους κλειστή για όλους τους άλλους
ένα αίνιγμα, και σε λίγο καθένας είναι να πάρει το δρόμο του, αυτόν που
ακόμα δε γνωρίζει• αν όμως το θέλεις τόσο πολύ να δεις μέσα τους τώρα,
πριν φύγουν πάρε υλικά διάφορα και χρώματα πολλά, κάνε σχέδια και βάλε
την παλιότερή σου πείρα• κάθισε μαζί τους, κοίταξε μες στο μαύρο βάθος των ματιών,
μα στης καρδιάς το φλογερό κέντρο μη θέλεις ν’ ακουμπήσεις: ένας σταθμός είν’ εδώ
προσωρινός -
O Θεοδόσης Κοντάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968. Κατάγεται από την Ιεράπετρα της Κρήτης και τη Θεσσαλονίκη. Έχει ζήσει και εργαστεί ως εκπαιδευτικός σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί στα περιοδικά Πόρφυρας, Πλανόδιον, Κουκούτσι, κ.ά. Έχει μεταφράσει τα βιβλία: "Ο ναός της Ιερουσαλήμ", του Simon Goldhill, "Η Ωραία Ελένη", της Bettany Hughes (μαζί με τον Μάνο Κοντάκη), και "Τρεις μέρες στην Αβάνα", του Robert A. McCabe. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Αναγνώριση εδάφους (2009), Τελευταία εποχή (2016), Μέρες και νύχτες του Οδυσσέα (2017), και μία συλλογή με πεζά κείμενα. Επίσης, ασχολείται με τη μετάφραση ποίησης από τη γερμανική, την ιταλική και την αγγλική γλώσσα. Μεταφράσεις του έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικά περιοδικά.




(1).jpg)
.png)

