Υπάρχει κάτι πολύ μεγαλύτερο απ’ υπ να σκοτώσεις την ιδέα του Θεού.
Την ιδέα της Δικαιοσύνης να σκοτώνεις.
Όχι την ίδια την δικαιοσύνη. Την ιδέα της.
Τη δυνατότητα της.
Κι αυτό καταφέραμε
στη Ρούμπουλα, στο Μπάμπι Γιαρ
και στα γηροκομεία της Στουτγκάρδης
όπου τελειώσανε ειρηνικά την πολύχρονη ζωή τους
χιλιάδες απλοί φονιάδες των Ες Ες.
Και χτίσαμε την Ευρώπη όχι μόνο σε πτώματα
αλλά στην ελευθερία των δολοφόνων τους.
Για να στεριώσει, της βάλαμε χάλυβα γαλλογερμανικό
και ρίξαμε από πάνω για τσιμέντο
όλα όσα συγχωρήσαμε, τους δικαστές και δικηγόρους
τους θεριστές και τους δασκάλους
που με τις μαύρες και τις πράσινες στολές τους
γυρνούσαν ένα ένα τα χωριά και θέριζαν
πέντε πέντε και δέκα δέκα μαζί, δέκα πιστόλια
πάνω στο κεφάλι μιας μάνας
δέκα χαμόγελα στη φωτογραφική
της Βέρμαχτ.
Μ’ αυτά τη χτίσαμε, με πτώματα για λίπασμα
και με την ατιμωρησία ανάχωμα στους Ρώσους.
Μα πως να στεριώσει είρηνη πάνω σε τόσο αίμα;
και πως να χτιστεί συνύπαρξη πάνω από πόλεις
όπου υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που σκότωσαν με τα ίδια τους τα χέρια,
όπου υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που τους θυμούνται να το κάνουν;
Και πως να στεριώσει η Ευρώπη που αποσιώπησε
τούτο το καθημερινό έγκλημα, τη δολοφονική αυτή
ρουτίνα;
Όλα συνηθίζονται, θα πείτε∙ ακόμα και τα σαθρά θεμέλια.
Ωσότου έρθει ο σεισμός.
~
από τη συλλογή Η επιστροφή των νεκρών, εκδ. Πόλις, 2017
πηγή
Την ιδέα της Δικαιοσύνης να σκοτώνεις.
Όχι την ίδια την δικαιοσύνη. Την ιδέα της.
Τη δυνατότητα της.
Κι αυτό καταφέραμε
στη Ρούμπουλα, στο Μπάμπι Γιαρ
και στα γηροκομεία της Στουτγκάρδης
όπου τελειώσανε ειρηνικά την πολύχρονη ζωή τους
χιλιάδες απλοί φονιάδες των Ες Ες.
Και χτίσαμε την Ευρώπη όχι μόνο σε πτώματα
αλλά στην ελευθερία των δολοφόνων τους.
Για να στεριώσει, της βάλαμε χάλυβα γαλλογερμανικό
και ρίξαμε από πάνω για τσιμέντο
όλα όσα συγχωρήσαμε, τους δικαστές και δικηγόρους
τους θεριστές και τους δασκάλους
που με τις μαύρες και τις πράσινες στολές τους
γυρνούσαν ένα ένα τα χωριά και θέριζαν
πέντε πέντε και δέκα δέκα μαζί, δέκα πιστόλια
πάνω στο κεφάλι μιας μάνας
δέκα χαμόγελα στη φωτογραφική
της Βέρμαχτ.
Μ’ αυτά τη χτίσαμε, με πτώματα για λίπασμα
και με την ατιμωρησία ανάχωμα στους Ρώσους.
Μα πως να στεριώσει είρηνη πάνω σε τόσο αίμα;
και πως να χτιστεί συνύπαρξη πάνω από πόλεις
όπου υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που σκότωσαν με τα ίδια τους τα χέρια,
όπου υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που τους θυμούνται να το κάνουν;
Και πως να στεριώσει η Ευρώπη που αποσιώπησε
τούτο το καθημερινό έγκλημα, τη δολοφονική αυτή
ρουτίνα;
Όλα συνηθίζονται, θα πείτε∙ ακόμα και τα σαθρά θεμέλια.
Ωσότου έρθει ο σεισμός.
~
από τη συλλογή Η επιστροφή των νεκρών, εκδ. Πόλις, 2017
πηγή
Η Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη είναι μεταφράστρια και ποιήτρια. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1979. Σπούδασε φιλοσοφία και πολιτική θεωρία στο London School of Economics και στο King's College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Έχει πραγματοποιήσει μεταπτυχιακές σπουδές στην δημιουργική γραφή στο πανεπιστήμιο East Anglia. Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί στη "Νέα Εστία", την "Ποιητική", το "The Books' Journal", το "Poetry International" και το "Poetry Review". Έχει πλούσιο μεταφραστικό έργο από την αγγλική και νορβηγική γλώσσα στην ελληνική, από το οποίο ξεχωρίζουν οι μεταφράσεις τις στα έργα του Τζο Νέσμπο. Έχει τιμηθεί με το κρατικό βραβείο ποίησης του 2018 για την ποιητική συλλογή της Η επιστροφή των νεκρών.
Τίτλοι βιβλίων (Ποιητικές συλλογές): Λονδίνο - Ιστανμπούλ (Πόλις, 2009). Αστικά ερείπια (και αντιπερισπασμοί) (Πόλις, 2013). Η επιστροφή των νεκρών (Πόλις, 2017).
Συνέντευξη της Γλυνιαδάκη Κρυστάλλη στο Lifo.gr (Μερόπη Κοκκίνη)




(1).jpg)
.png)
