I
Πώς μπερδευτήκανε οι μέρες με τα χρόνια
και οδηγούν σ’ εξόδους που πονάνε
σε ρότες που ανάβουνε το τίποτα
πώς μπερδευτήκαν έτσι οι τροχιές μας
αργά ή πρόωρα γεννημένες
στο βάθος των δρόμων τόσες απουσίες
ποτάμια όμοια κυλούν
σ’ αλλοτινούς καιρούς και τόπους.
Αν με ρωτήσεις τι είναι ο κόσμος
δεν ξέρω πια
ίσως μια φαντασίωση του Θεού υλοποιημένη
ή
ίχνη βημάτων μιας γυναίκας
μες στη λήθη
όταν υψώνει φραγμούς και συγκινήσεις.
II
Δεν έχω ακόμα κάτι να σου δώσω
δεν μπορώ είναι στα υπόγεια των καιρών
ανάμνηση μιας πιθανότητας
με ξεπερνά
ο ύστατος άνεμος εκεί
φτιαγμένος από μοναξιά.
Σκύβει η αγάπη στο κενό
και σου μιλά για πράγματα που περνάνε
αποκρυπτογραφεί την επανάληψη άδειων δρόμων
χωρίς κανέναν
ούτε ένα φως
μια βυθισμένη φωνή.
Αύριο ο στίχος αυτός δεν θα θυμάται καν
τον εαυτό του.
III
Και η γύρη συνεχίζει να πέφτει
ανάμεσα στ’ άστρα και τους γαλαξίες
εφήμερη γύρη κι εγώ
στην παλίρροια του κενού.
Το ταξίδι της αθωότητας ξεκίνησε στις κιβωτούς
η αγάπη είναι σκιά από κάτι άλλο
δεν είναι από εδώ.
Στα αρχιπελάγη
στις ερήμους
η ανάμνηση εξέγερσης
όλα
ακόμα και τα δάκρυα
γεννιούνται απ’ την αρχή.
IV
Κάθε ον μια ρίζα έρωτα
που φύτεψε στη γη
το λίκνο
άλλες μεγαλώνουν
δέντρα στο δάσος
αγγίζονται μεταξύ τους
θροΐζουν στο άγνωστο
άλλες ζουν μοναχικά
στις κορυφογραμμές
κοιτάζοντας τ’ άστρα ψηλώνουν
κι επιστρέφουν δονήσεις
στη γη.
Κάποιες παραμένουν βαθιά στο χώμα
αδυνατούν να πιστέψουν
στο όνειρο και την ουτοπία.
V
Λυπάμαι για τον χαμένο καιρό
όταν άλλαζα το λίγο σε τίποτα
η ψυχή πια τώρα
δεν περιμένει αιφνίδιες ανατροπές
για κείνη που ετοιμάζει
το αναπάντεχο.
Απόμακρη και τόσο κοντινή
αίνιγμα που αποκρυπτογραφώ
ματαίως
γιατί όποιος αγάπησε πολύ
πάντα αποτυγχάνει
μελωδικό άσφαιρο όνειρο
πάνω από κείνο που ζητάς
χωρίς να σου δοθεί
φλεγόμενο αιωρείσαι.
Αρχέγονο ποίημα της νιότης
σήκωσέ με ψηλά
εκεί που τελειώνει το διάστημα
τόσες παλίρροιες κενού τόση φθορά
για μια άδεια κιβωτό
ανυπάκουης καρδιάς.
VI
Αυτή η αναμονή μες στο θαύμα
σχεδιάζει προορισμούς
ο χρόνος τρέχει δίπλα μου
πηγαίνει εκεί που πάω εγώ
άνθρωποι με προσπερνούν ελπίζοντας
πηγαίνουν εκεί που πάω εγώ.
Εφήμερη η ύπαρξη
ανακατεύει τα όνειρα μες στο αίνιγμα
δονεί πεπρωμένα
ταχυδρομεί
ανυπεράσπιστους πόθους και πυρκαγιές
εγκαταλειμμένες σφίγγες
στους μύθους μέσα του αίματος.
Πώς μπερδευτήκανε οι μέρες με τα χρόνια
και οδηγούν σ’ εξόδους που πονάνε
σε ρότες που ανάβουνε το τίποτα
πώς μπερδευτήκαν έτσι οι τροχιές μας
αργά ή πρόωρα γεννημένες
στο βάθος των δρόμων τόσες απουσίες
ποτάμια όμοια κυλούν
σ’ αλλοτινούς καιρούς και τόπους.
Αν με ρωτήσεις τι είναι ο κόσμος
δεν ξέρω πια
ίσως μια φαντασίωση του Θεού υλοποιημένη
ή
ίχνη βημάτων μιας γυναίκας
μες στη λήθη
όταν υψώνει φραγμούς και συγκινήσεις.
II
Δεν έχω ακόμα κάτι να σου δώσω
δεν μπορώ είναι στα υπόγεια των καιρών
ανάμνηση μιας πιθανότητας
με ξεπερνά
ο ύστατος άνεμος εκεί
φτιαγμένος από μοναξιά.
Σκύβει η αγάπη στο κενό
και σου μιλά για πράγματα που περνάνε
αποκρυπτογραφεί την επανάληψη άδειων δρόμων
χωρίς κανέναν
ούτε ένα φως
μια βυθισμένη φωνή.
Αύριο ο στίχος αυτός δεν θα θυμάται καν
τον εαυτό του.
III
Και η γύρη συνεχίζει να πέφτει
ανάμεσα στ’ άστρα και τους γαλαξίες
εφήμερη γύρη κι εγώ
στην παλίρροια του κενού.
Το ταξίδι της αθωότητας ξεκίνησε στις κιβωτούς
η αγάπη είναι σκιά από κάτι άλλο
δεν είναι από εδώ.
Στα αρχιπελάγη
στις ερήμους
η ανάμνηση εξέγερσης
όλα
ακόμα και τα δάκρυα
γεννιούνται απ’ την αρχή.
IV
Κάθε ον μια ρίζα έρωτα
που φύτεψε στη γη
το λίκνο
άλλες μεγαλώνουν
δέντρα στο δάσος
αγγίζονται μεταξύ τους
θροΐζουν στο άγνωστο
άλλες ζουν μοναχικά
στις κορυφογραμμές
κοιτάζοντας τ’ άστρα ψηλώνουν
κι επιστρέφουν δονήσεις
στη γη.
Κάποιες παραμένουν βαθιά στο χώμα
αδυνατούν να πιστέψουν
στο όνειρο και την ουτοπία.
V
Λυπάμαι για τον χαμένο καιρό
όταν άλλαζα το λίγο σε τίποτα
η ψυχή πια τώρα
δεν περιμένει αιφνίδιες ανατροπές
για κείνη που ετοιμάζει
το αναπάντεχο.
Απόμακρη και τόσο κοντινή
αίνιγμα που αποκρυπτογραφώ
ματαίως
γιατί όποιος αγάπησε πολύ
πάντα αποτυγχάνει
μελωδικό άσφαιρο όνειρο
πάνω από κείνο που ζητάς
χωρίς να σου δοθεί
φλεγόμενο αιωρείσαι.
Αρχέγονο ποίημα της νιότης
σήκωσέ με ψηλά
εκεί που τελειώνει το διάστημα
τόσες παλίρροιες κενού τόση φθορά
για μια άδεια κιβωτό
ανυπάκουης καρδιάς.
VI
Αυτή η αναμονή μες στο θαύμα
σχεδιάζει προορισμούς
ο χρόνος τρέχει δίπλα μου
πηγαίνει εκεί που πάω εγώ
άνθρωποι με προσπερνούν ελπίζοντας
πηγαίνουν εκεί που πάω εγώ.
Εφήμερη η ύπαρξη
ανακατεύει τα όνειρα μες στο αίνιγμα
δονεί πεπρωμένα
ταχυδρομεί
ανυπεράσπιστους πόθους και πυρκαγιές
εγκαταλειμμένες σφίγγες
στους μύθους μέσα του αίματος.
Ο Bασίλης Φαϊτάς κατάγεται από την Κέρκυρα, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει, το 1942. Σπούδασε νομικά στο Aριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και εργάστηκε στην Τράπεζα της Eλλάδος ως το 2002. Παρουσιάστηκε πρώτη φορά στα γράμματα στο περιοδικό «Nέα Eστία» το 1966. Ποιήματά του έχουνε μεταφραστεί στα γαλλικά, αγγλικά και στα ιταλικά. Τίτλοι βιβλίων: «Άποικοι της νύχτας» (1966). «Γράμματα στον κόσμο», Θεσσαλονίκη (1980). «Υστερόγραφα για το αύριο» (ποιήματα 1980-1984), εκδ. Μανδραγόρας, 2010. «Συνάντηση με το σύμπαν», εκδ. Μανδραγόρας, 2011. «Ρους και ροή», εκδ. Μανδραγόρας, 2014. «Ο αλχημιστής του χάους», εκδ. Μανδραγόρας, 2015. "Στο καφέ «Εντροπία»", εκδ. Μανδραγόρας, 2017. «Το δάκρυ του Ηράκλειτου», εκδ. Μανδραγόρας, 2018. «Σκάκι με την αιωνιότητα», εκδ. Μανδραγόρας, 2021




(1).jpg)
.png)
