Γυναίκες μαζωχτείτε.
Ομπρός, συναπαντήσ'τετη
Ομπρός ναν τη δεχτείτε.
Να, νάρχεται η γλυκιά Άνοιξη
Λουλουδοστολισμένη,
Απάνου σ' ένα γάϊδαρο
Αντρίκια καθισμένη.
Κι οπίσωθέτης τρέχουνε
Κοπάδια γκαριστάδες,
Όλοι ζουρλοί από το αίσθημα,
Όλοι ζεστοί εραστάδες.
Κλοτσούν' τετραποδίζοντες
Και κλαίν' οχ τη χαράτους,
Και ζωντανή στα μάτιάτους
Θωρείς τη βουρλισιάτους.
Και ολόθερμα γκαρίζοντες
Τση χάρεςτης πολλη-ώρα,
Τη φέρνουνε αλοτρίγυρα
Ναν τήνε ιδή όλ' η χώρα.
Και αυτή στο δρόμο ερχόμενη,
Φυσώντας αέρα χλιόνε
Γιομίζει ζέστα απάντεχα
Τση πόρτες του σπητιώνε.
Ώστε καψιόνει η νηόνυφη
Στο χλιούτσικο αγεράκι,
Κι ενδύνεται αλαφρότερο
Λινό φορεματάκι.
Και 'βγαίνει και δροσίζεται,
Και βλέπεις το αίσθημάτης,
Που ακούει ναν της εδρόσισε
Ο αγέρας την καρδιάτης.
Αχ! Άνοιξη, γλυκιά Άνοιξη!
Συντρόφισα του νηώνε,
Ίστρε κοινέ αξεχώριστα
Σερνικοθύλικώνε!
Αν εσύ τώρα εγύριζες
Κι αλλού τα βήματάσου,
Πόσους στον κάμπο ακόλουθους
Ήθελε ειδείς κοντάσου!
Ναι, κι ήθε' ειδείς που οι γέροντες
'Σα δε 'μπορούν' να ελθούνε,
Μένουν' ξοπίσω, κι άδικα
Τους νηούς κατηγορούνε.
Και δε 'θυμόντ' όσα έκαναν
Κι εκείνοι στον καιρότους,
Όντις ακούανε δύναμες
Ζεστές εις τον εαυτότους.
Μα έτσ΄είν... τώρ ας τ' αφήσωμε.
Να, ιδέτε τι κακό
Χωριατοπούλες ώμορφες
Που κάνουνε χωρό.
Αχ Άνοιξη, ας γυρίσωμε
Σ' εκείνες το ποδάρι,
Μα βάστα του γαϊδάρουσου
Σφιχτά το χαλινάρι.
Να, ιδέτες που αγκαλιάζουνται
η πουλιό νηότερέςτους,
Κι αμπόνουνται, και πέφτουνε
Και φαίνουντ' οι ωμορφιέςτους.
Αχ Άνοιξη, βαστηόσουνε
Απάνου στο σαμάρι,
Και τράβαε του γαϊδάρουσου
Σφιχτά το χαλινάρι.
Άνοιξη, γλυκιάμου Άνοιξη,
Συντρόφισα του νηώνε,
Ίστρε κοινέ αξεχώριστα
Σερνικοθύλικώνε!...
Το 1856 δημοσίευσε το έργο Μυστήρια της Κεφαλλονιάς, που ήταν σκέψεις πάνω στην οικογένεια, στη θρησκεία και στην πολιτική, το οποίο κίνησε αντιδράσεις, οδήγησε στον αφορισμό του και έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή του. Έφυγε για τη Ζάκυνθο, αντιμετώπισε ξανά δυσκολίες και κατέφυγε τελικά μόνος στο Λονδίνο. Εκεί διεύρυνε τις γνώσεις του και έγραψε την Απόκριση στον αφορισμό, έργο που εκδόθηκε δώδεκα χρόνια αργότερα. Λίγο πριν το θάνατό του με εισήγηση του νέου Δεσπότη Κεφαλληνίας Γερ.Δοριζα άρθηκε ο αφορισμός του.
Πέθανε το 1901 στο Αργοστόλι. Στο έργο του Λασκαράτου κυριαρχεί πνεύμα φιλελεύθερο, κριτικό, δηκτικό και το ύφος του συχνά γίνεται έντονα καυστικό. Συνεπής στους λόγους και τα έργα του διώχτηκε για την ελευθεροστομία του, δεν έχασε ποτέ όμως τη μαχητικότητά του. Οι ιστορικοί της λογοτεχνίας τον χαρακτήρισαν ως τον κυριότερο σύνδεσμο ανάμεσα στην Επτανησιακή και την Α΄ Αθηναϊκή Σχολή.
Κυριότερα έργα του είναι: "Στιχουργήματα",(1872). Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς,(1872). Ιδού ο άνθρωπος ή ανθρώπινοι χαρακτήρες’’, (1874). Ποιήματα και ανέκδοτα,(1884). Οι καταδρομές μου εξαιτίας του «Λύχνου»,(1888). Απόκριση στον αφορισμό,(1908). Αυτοβιογραφία,(1912)




(1).jpg)
.png)

