Στα ποιήματα μου πολλές φορές θα συναντήσεις
τις λέξεις: Νεμέρτσκα δάσος βελανιδιά
Βατομουριές όμως τ’ όνομά της μονάχα μια φορά
καθώς χαμογελώντας διασχίζει ντυμένη
στ’ άσπρα τούς γκρίζους φράχτες των στίχων μου
ανθισμένο γιασεμί στο σκοτεινό όνειρό μου.
III
Θέλω ν’ ακουμπάω πάνω σου με την εμπιστοσύνη
τού βλέμματος στο βουνό. Να σε βλέπω εκεί πού
σε πρωτοαντίκρυσα να κόβεις φέτες το φως
- καθώς τρύπωνε να κρυφτεί στο δωμάτιο - για
τούς χειμερινούς εφιάλτες σου. Να σε κρατώ
σφιχτά πατώντας γερά στους στρωτήρες με τις
ράγιες βιδωμένες πάνω τους όχι μήπως μού φύγεις
αλλά για να μείνω μαζί σου όταν το τραίνο ουρλιάζοντας
θα ’ρθει καταπάνω μας από τις γαλαρίες τού Μέλλοντος
και δεν θα υπάρχει καμιά ελπίδα πια.
ΙV
Κυριακή στην πατρίδα ήλιος ολούθε ως τις συννεφιασμένες μας καρδιές.
Οι σκίουροι ν’ ανεβοκατεβαίνουν ασταμάτητα στην αντικρυνή καρυδιά.
Ν’ ανηφόριζες - λέει - το δρόμο από την εκκλησιά - γιομάνουσα στους
όχτους και κελαϊδίσματα πουλιών στις κουτσουπιές - ως τ᾿ άσπρο
σύννεφο πού ᾿χα απλώσει από νωρίς στον κάτω δρόμο μην τύχει και
λερώσεις τα καινούργια σου λουστρίνια· και ποιος ακούει τη μάνα σου.
V
Αρχίζεις με τον πρώτο στίχο και τελειώνεις απλώνοντας ρίζες
μέσα μου. Είσαι ολόκληρο το ποίημα με τα δάση και τ’ αγρίμια του.
Οι εποχές σε λιγοστεύουν κι εγώ σού αλλάζω ονόματα προσανατολισμούς
ακόμα κι ολόκληρες στροφές πόσο θ’ αντέξεις ακόμα πόσο θα με
αντέξεις καθώς γραπώνομαι πάνω σου και δεν σ’ αφήνω να τα πεις
με το χρόνο πού σού απομένει.
~
Από τη συλλογή Σώμα Κινδύνου, 2004
Ο Τάσος Πορφύρης διαβάζει ποιήματά του
Τάσος Πορφύρης: «Γεννήθηκα στον Άγιο Κοσμά Πωγωνίου το 1931 από γονείς αγρότες. Το 1938 μετανάστευσα με την οικογένειά μου στην Αθήνα όπου ο πατέρας μου είχε ανοίξει μαζί με τον πρώτο του ξάδελφο μαγαζί -ζαχαροπλαστείο- στην οδό 3ης Σεπτεμβρίου 24. Τον Δεκέμβριο του 1941 πίσω στο χωριό από τον εφιάλτη της πείνας. Παραμονή μέχρι τον Δεκέμβρη του 1945 –τέσσερα χρόνια, τα χρόνια της εφηβείας, των πληγών, του έρωτα, της κατοχής, του αντάρτικου-. Τον Δεκέμβριο του 1945 πίσω στη «Βαβυλώνα». Μέση Β’ Εμπορική Σχολή στην οδό Λευκωσίας 60 στα Πατήσια, αποφοίτηση το 1949, έχω φίλους από το 1946 από τη Σχολή. Εξήντα χρόνια και ‘βάλε’ μια ζωή. Το 1955 δημοσιεύτηκε στην «Επιθεώρηση Τέχνης» το ποίημά μου: «Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα». Συνεργάστηκα με τα περιοδικά: Μαρτυρίες, Σημειώσεις, Φηγός, Ηπειρωτικό Ημερολόγιο, Ζωσιμάδες, Οροπέδιο, Πλανόδιον και Μανδραγόρας»
Τίτλοι βιβλίων: Νεμέρτσκα (Γεμεντζόπουλος, 1961). Tο εγκαταλειμμένο σπίτι (Θεσμός, 1968). Flash back (Λύσεις, 1971). Τοπίο (Λύσεις, 1973). Η πέμπτη έξοδος (Σημειώσεις, 1980). Τα λαβωμένα (Έρασμος, 1996). Πολυφωνικόν, ανθολογία Ηπειρώτικης ποίησης, (Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ιωαννίνων, 2002). Σώμα κινδύνου (Ύψιλον, 2004). Η δοντάγρια, διηγήματα (Σοκόλης, 2006). Έρημα (Ύψιλον, 2008). Χρονοσυλέκτης (Ύψιλον, 2011). Νεμέρτσκα, ποιήματα 1961 - 2011 (Εκδόσεις των φίλων, 2011). Τα σπίτια, πεζογραφήματα. (Πανοπτικόν, 2013). Οι μέσα μας πληγές (Ύψιλον / βιβλία 2015). Ισόβια Θλίψη Ύψιλον / βιβλία 2019. Ρωσσοχώρι, Δροσιά και λίγο από Σταμάτα (Ρώμη, 2020)




(1).jpg)
.png)

