Τις βλέπεις πανώριες, αδιάφορες ή δυσειδείς
Ράθυμα ξαπλωμένες στο λευκό
Άλλες φουριόζες ασταμάτητες
Φιγούρες δοκιμάζουν στον αέρα
Κάποιες αγκομαχούσες μερικές ημιθανείς
Κοντά στην ιδιοσυστασία όσο και μακριά.
Στήνω καρτέρι κρυμμένη από Θεούς
Αόρατη από ανθρώπους και δαιμόνια
Άλλοτε πάλι τρέχω στο κατόπι τους
Δεν ξετρυπώνεις εύκολα τους θησαυρούς που λαχταράς
Τις πιο πολλές φορές με φόρα τις αρπάζω
Τις σφίγγω απάνω μου παλιές αγαπημένες
Κάνω ένα έτσι να χαθώ στα πρόσωπά τους
Σίγουρη πως θα φωσφορίζουν στο σκοτάδι
Κι όταν τις δω είναι κακέκτυπα
Σαν παραμορφωμένοι μισθοφόροι
Τίποτα δε θυμίζουν απ’ το αγγελικό τους βλέμμα.
Πότε ήταν; Είδα καλά; Για μένα υπήρξαν;
Ό, τι κυνήγησα βούλιαξε σε μια βαλτώδη υπεκφυγή.
Ήταν μια χίμαιρα για ερασιτέχνες εραστές μονάχα.
Καλύτερα να τις άρπαζα απ’ τα μαλλιά
Κλειστά τα μάτια να κρατούσα
Έτσι μπορεί να νιώσεις και πουλί
Το’ χω για σίγουρο επειδή
Όταν ξυπνώ απ’ τα όνειρα το ξέρω
Μες τον καθρέφτη μελανιάζουνε οι σιγουριές του κόσμου
Δεν καταδέχομαι να κοιταχτώ
Ακουμπώ το μέτωπο στο νοτισμένο τζάμι
Ιδρώτας κι υγρασία μπλέκονται σε θάλασσα όπως το βλέπω
Και εκεί είναι απλωμένες οι φτερούγες μου οι καλές
Εκείνες που φοράω όταν γράφω…
~
από τη συλλογή Η ιστορία ίδια, εκδ. Γαβριηλίδης, 2019
πηγή
Ράθυμα ξαπλωμένες στο λευκό
Άλλες φουριόζες ασταμάτητες
Φιγούρες δοκιμάζουν στον αέρα
Κάποιες αγκομαχούσες μερικές ημιθανείς
Κοντά στην ιδιοσυστασία όσο και μακριά.
Στήνω καρτέρι κρυμμένη από Θεούς
Αόρατη από ανθρώπους και δαιμόνια
Άλλοτε πάλι τρέχω στο κατόπι τους
Δεν ξετρυπώνεις εύκολα τους θησαυρούς που λαχταράς
Τις πιο πολλές φορές με φόρα τις αρπάζω
Τις σφίγγω απάνω μου παλιές αγαπημένες
Κάνω ένα έτσι να χαθώ στα πρόσωπά τους
Σίγουρη πως θα φωσφορίζουν στο σκοτάδι
Κι όταν τις δω είναι κακέκτυπα
Σαν παραμορφωμένοι μισθοφόροι
Τίποτα δε θυμίζουν απ’ το αγγελικό τους βλέμμα.
Πότε ήταν; Είδα καλά; Για μένα υπήρξαν;
Ό, τι κυνήγησα βούλιαξε σε μια βαλτώδη υπεκφυγή.
Ήταν μια χίμαιρα για ερασιτέχνες εραστές μονάχα.
Καλύτερα να τις άρπαζα απ’ τα μαλλιά
Κλειστά τα μάτια να κρατούσα
Έτσι μπορεί να νιώσεις και πουλί
Το’ χω για σίγουρο επειδή
Όταν ξυπνώ απ’ τα όνειρα το ξέρω
Μες τον καθρέφτη μελανιάζουνε οι σιγουριές του κόσμου
Δεν καταδέχομαι να κοιταχτώ
Ακουμπώ το μέτωπο στο νοτισμένο τζάμι
Ιδρώτας κι υγρασία μπλέκονται σε θάλασσα όπως το βλέπω
Και εκεί είναι απλωμένες οι φτερούγες μου οι καλές
Εκείνες που φοράω όταν γράφω…
~
από τη συλλογή Η ιστορία ίδια, εκδ. Γαβριηλίδης, 2019
πηγή
Η Ρία Φελεκίδου σπούδασε Νομική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Δημοσιογραφία στο Εργαστήριο Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος του Μεταπτυχιακού ετήσιου Προγράμματος Παιδαγωγικής Κατάρτισης της ΑΣΠΑΙΤΕ και πτυχιούχος του Μεταπτυχιακού Δημιουργικής Γραφής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Εργάστηκε ως δικηγόρος και δημοσιογράφος στη Λάρισα και στη Θεσσαλονίκη. Σήμερα δουλεύει ως εκπαιδευτικός στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση σε σχολεία και διοικητικές θέσεις, ενώ υπήρξε μέλος της Ομάδας Διαχείρισης, Συντονισμού και Παρακολούθησης της Εκπαίδευσης Προσφύγων του Υπουργείου Παιδείας. Εργογραφία: Τελεία και παύλα (Γαβριηλίδης 2005). Αυτά (Γαβριηλίδης 2008). Η Ιστορία Ίδια (Γαβριηλίδης 2019). Ξέρω τι θα γίνει (Πεζογραφία, 2018). Το πιο ευτυχισμένο κοριτσάκι του κόσμου (Παιδικό βιβλίο, 2014). Το παιχνίδι των δοντιών (Μεταίχμιο / Παιδικό βιβλίο, 2018). Διάβασε το παραμύθι ανάποδα: Ο δράκος και τα παιχνίδια (Παιδικό βιβλίο, 2021) κ.α.




(1).jpg)
.png)

