I
Περισσότερο από όλες τις μοναξιές
μίσησα
αυτή
την αιχμηρή αλμύρα
που σαρώνει τον μύχιο αριθμό
του σώματος
και κάνει ξινό το αίμα
θαμπή την ανάσα...
Είναι τόσο αφόρητη
η εξατμισμένη αγάπη
το κουφάρι ενός άφωτου Απόλλωνα
να αγκαλιάζει
τις επιθυμίες μου
και να τις κάνει πιο μόνες...
όχι δεν έγινες θνητός εσύ
τα μάτια μου κουράστηκαν
στα σκοτάδια...
II
Σαρκώθηκε η ποίηση
τη νύχτα που ζωγράφισες
αριστερά
το φιλί στην ψυχή
κι έδωσες θρόνο
στις σκέψεις που κυλούν
απ' το λαιμό και κάτω.
III
Σε ποιον πλανήτη
έμαθες να ονειρεύεσαι;
Μοιάζουν καμένα
από ταξίδια
τα μαλλιά σου...
Ποτέ μου δεν περπάτησα
πιο μακριά
απ’ τη γη...
Δεν είναι δα
και τόσο απέραντο
το φοβισμένο όνειρο.
Τέσσερα σημεία:
Βορράς και Ψύχος
Ανατολή και Στάχτη
όλα τα περπάτησα
όλα
μακριά σου...
IV
Λωτούς δεν έμαθα να γεύομαι
κάθε που
μια μάνα νοσταλγία
αρχίζει να θηλάζει
τις σκέψεις
και να σκορπά
νόθες μνήμες
ωραιοποιημένες
από στιγμές
που ποτέ δεν υπήρξαν.
Θυμάσαι πόσο θαμπές ήταν;
Εσύ...
τουλάχιστον θυμάσαι...
V
Άδακρυς μάχη
στον Έρωτα
υπάρχει...
όπως υπάρχει
και Ζωή
χωρίς Έρωτα...
Ζωή;
Έστω κέρινα ομοιώματα
σε μουσείο με θυρωρό
τον Έρεβο.
VI
Από την ποίηση περισσότερο
πονάει η νυχτερινή αναγγελία
της παρουσίας σου
σε κάθε αστερισμό
το χέρι σου ανίκανο να σφίξει
τη στιγμή
το χθες που δεν στέγνωσε
το αύριο που δεν ήρθε
κράτησέ με έστω τώρα
σφιχτά
απαγχόνισε τις άρριζες αρνήσεις
και γραμμές στικτές
μη ζωγραφίζεις
φοβάμαι μην ξεγλιστρήσει
η αγάπη από τα κενά
και χάσουμε το νόημα
της Βόρειας εκστρατείας:
ήταν να σε γνωρίσω
ή να με γνωρίσω;
VII
Ένα-ένα τα κρεμάς
τα αστέρια στα μαλλιά μου
φοβάμαι μήπως
με πονέσει η απότομη
λάμψη
των σ’ αγαπώ
που εύκολα καρπώνονται
του χρόνου την ασυμμετρία
κι η διαστολή της κόρης
μην είναι τόσο μεγάλη
σαν μαύρο χάος από μελλοντολογίες
ή μοβ ή γκρι...
Φοβάμαι μήπως χαθεί στη μονοχρωμία αυτή
το αεικίνητο πρόσωπό μου...
VIII
Στο ορίζοντα του ανικανοποίητου
ξεπροβάλλει μια ανάπηρη επιθυμία
που καταπίνει λαίμαργα
πρόσκαιρες ηλιοφάνειες
την ώρα που το λάσο τους
σημαδεύει νεοφώτιστες σκιές
ευτυχισμένων ισημεριών.
Μην αναλώνεσαι στης μεταστροφής μου τις προσδοκίες.
Εκεί θα ξημερώνονται τα βλέμματα
κι ας μην ξημερώσει για πολλούς μήνες.
IX
Περισσότερο από όλες τις εποχές
μίσησα
τις ανύπαρκτες εναλλαγές
Είναι μέρα
ή περίπου μέρα
Κι η θάλασσα κάθε που νυχτώνει ή ξημερώνει
δεν ξεχωρίζεις που αγγίζει τον ουρανό
τρομάζεις το απροσδιόριστο...
κανένας ορίζοντας
κανένα φεγγάρι
είναι η νύχτα τόσο ασύνορη
όσο και η μοναξιά
όταν σε έχω δίπλα μου
κι είναι η καρδιά μου κρύα.
X
Ντύθηκε η ανθρώπινη τρέλα
πνοή αλήθειας
το παράκοσμο
πήρε το θρόνο στην πλατεία
για να αποδείξει
σε γλώσσα
ελληνική ή μη
πόσο κάνει αν προσθέσεις
τη λογική στην αγάπη.
XI
Πληκτρολόγησα τις πιο ανήσυχες σκέψεις μου
στον κόρφο της ελπίδας
και χάραξα ανάστροφη την πορεία του ήλιου.
Δικός μου είσαι του φώναξα και θα έρθεις μαζί μου,
πιο βόρεια
στο ψυχρό μυαλό μου.
Αν κάνεις κατάληψη εκεί
κερδίζεις τα πάντα:
τον εκλογικευμένο εαυτό μου
και τα αποθέματα μιας άνανδρης αγάπης.
XII
Πολύ μακρινοί μοιάζουν κάποιοι προορισμοί
ακόμη και για τα όνειρά μου
τα όνειρά μου...
τα όνειρά μου...
ας σπάσουν στο ταξίδι
καιρός για λίγη πολική αλήθεια...
~
από τη συλλογή Βερντάντι, εκδ. Μανδραγόρας, 2013
πηγή
η εξατμισμένη αγάπη
το κουφάρι ενός άφωτου Απόλλωνα
να αγκαλιάζει
τις επιθυμίες μου
και να τις κάνει πιο μόνες...
όχι δεν έγινες θνητός εσύ
τα μάτια μου κουράστηκαν
στα σκοτάδια...
II
Σαρκώθηκε η ποίηση
τη νύχτα που ζωγράφισες
αριστερά
το φιλί στην ψυχή
κι έδωσες θρόνο
στις σκέψεις που κυλούν
απ' το λαιμό και κάτω.
III
Σε ποιον πλανήτη
έμαθες να ονειρεύεσαι;
Μοιάζουν καμένα
από ταξίδια
τα μαλλιά σου...
Ποτέ μου δεν περπάτησα
πιο μακριά
απ’ τη γη...
Δεν είναι δα
και τόσο απέραντο
το φοβισμένο όνειρο.
Τέσσερα σημεία:
Βορράς και Ψύχος
Ανατολή και Στάχτη
όλα τα περπάτησα
όλα
μακριά σου...
IV
Λωτούς δεν έμαθα να γεύομαι
κάθε που
μια μάνα νοσταλγία
αρχίζει να θηλάζει
τις σκέψεις
και να σκορπά
νόθες μνήμες
ωραιοποιημένες
από στιγμές
που ποτέ δεν υπήρξαν.
Θυμάσαι πόσο θαμπές ήταν;
Εσύ...
τουλάχιστον θυμάσαι...
V
Άδακρυς μάχη
στον Έρωτα
υπάρχει...
όπως υπάρχει
και Ζωή
χωρίς Έρωτα...
Ζωή;
Έστω κέρινα ομοιώματα
σε μουσείο με θυρωρό
τον Έρεβο.
VI
Από την ποίηση περισσότερο
πονάει η νυχτερινή αναγγελία
της παρουσίας σου
σε κάθε αστερισμό
το χέρι σου ανίκανο να σφίξει
τη στιγμή
το χθες που δεν στέγνωσε
το αύριο που δεν ήρθε
κράτησέ με έστω τώρα
σφιχτά
απαγχόνισε τις άρριζες αρνήσεις
και γραμμές στικτές
μη ζωγραφίζεις
φοβάμαι μην ξεγλιστρήσει
η αγάπη από τα κενά
και χάσουμε το νόημα
της Βόρειας εκστρατείας:
ήταν να σε γνωρίσω
ή να με γνωρίσω;
VII
Ένα-ένα τα κρεμάς
τα αστέρια στα μαλλιά μου
φοβάμαι μήπως
με πονέσει η απότομη
λάμψη
των σ’ αγαπώ
που εύκολα καρπώνονται
του χρόνου την ασυμμετρία
κι η διαστολή της κόρης
μην είναι τόσο μεγάλη
σαν μαύρο χάος από μελλοντολογίες
ή μοβ ή γκρι...
Φοβάμαι μήπως χαθεί στη μονοχρωμία αυτή
το αεικίνητο πρόσωπό μου...
VIII
Στο ορίζοντα του ανικανοποίητου
ξεπροβάλλει μια ανάπηρη επιθυμία
που καταπίνει λαίμαργα
πρόσκαιρες ηλιοφάνειες
την ώρα που το λάσο τους
σημαδεύει νεοφώτιστες σκιές
ευτυχισμένων ισημεριών.
Μην αναλώνεσαι στης μεταστροφής μου τις προσδοκίες.
Εκεί θα ξημερώνονται τα βλέμματα
κι ας μην ξημερώσει για πολλούς μήνες.
IX
Περισσότερο από όλες τις εποχές
μίσησα
τις ανύπαρκτες εναλλαγές
Είναι μέρα
ή περίπου μέρα
Κι η θάλασσα κάθε που νυχτώνει ή ξημερώνει
δεν ξεχωρίζεις που αγγίζει τον ουρανό
τρομάζεις το απροσδιόριστο...
κανένας ορίζοντας
κανένα φεγγάρι
είναι η νύχτα τόσο ασύνορη
όσο και η μοναξιά
όταν σε έχω δίπλα μου
κι είναι η καρδιά μου κρύα.
X
Ντύθηκε η ανθρώπινη τρέλα
πνοή αλήθειας
το παράκοσμο
πήρε το θρόνο στην πλατεία
για να αποδείξει
σε γλώσσα
ελληνική ή μη
πόσο κάνει αν προσθέσεις
τη λογική στην αγάπη.
XI
Πληκτρολόγησα τις πιο ανήσυχες σκέψεις μου
στον κόρφο της ελπίδας
και χάραξα ανάστροφη την πορεία του ήλιου.
Δικός μου είσαι του φώναξα και θα έρθεις μαζί μου,
πιο βόρεια
στο ψυχρό μυαλό μου.
Αν κάνεις κατάληψη εκεί
κερδίζεις τα πάντα:
τον εκλογικευμένο εαυτό μου
και τα αποθέματα μιας άνανδρης αγάπης.
XII
Πολύ μακρινοί μοιάζουν κάποιοι προορισμοί
ακόμη και για τα όνειρά μου
τα όνειρά μου...
τα όνειρά μου...
ας σπάσουν στο ταξίδι
καιρός για λίγη πολική αλήθεια...
~
από τη συλλογή Βερντάντι, εκδ. Μανδραγόρας, 2013
πηγή
Η Ευτέρπη Κωσταρέλη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1981. Είναι βιολόγος, με μεταπτυχιακές σπουδές στη βιοχημεία και διδάκτορας μοριακής βιολογίας και γενετικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Από το 2009 ζει στη Χαϊδελβέργη (Γερμανία) και εργάζεται στο Πανεπιστήμιο Χαϊδελβέργης και το Γερμανικό Κέντρο Έρευνας για τον Καρκίνο (DKFZ) ως ερευνήτρια. Κατά το διάστημα 1988-1998 πραγματοποίησε μουσικές σπουδές (πιάνο) στο Σύγχρονο Ωδείο Θεσσαλονίκης. Είναι ιδρυτικό μέλος της λογοτεχνικής ομάδας "Ιδεοκύματα" (Θεσσαλονίκη, 2004) και της μουσικής ομάδας "Gruppetto" (Χαϊδελβέργη, 2013). Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό "Πνευματική Ζωή", στην ανθολογία "Συνθέσεις" (εκδ. Πανεπιστημίου Μακεδονία, 2006), στην ανθολογία "23 και 1 ποιητές" (εκδ. Ακρωτήρι, 2008) καθώς και μεταφρασμένα στην αγγλική γλώσσα στην ανθολογία "Ποιητές της Ευρώπης" (2007). Τίτλοι βιβλίων: Βερντάντι (Μανδραγόρας, 2013)




(1).jpg)
.png)

