Μολιέρος (Molière)

«Ο κατά φαντασίαν ασθενής» (1673)

Μολιέρος (Molière)

«Ο Ταρτούφος» (1664)

Μολιέρος (Molière)

«Ο αρχοντοχωριάτης» (1670)

Ουίλλιαμ Σαίξπηρ

«Όνειρο Θερινής Νυκτός»

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα

«Ματωμένος Γάμος»

Αντουάν Ντε Σαιντ- Εξυπερύ

«Ο μικρός πρίγκηπας»

Αντόν Τσέχωφ

«Ένας αριθμός»

Ντάριο Φο

«Ο τυχαίος θάνατος ενός Αναρχικού»

Ευγένιος Ιονέσκο

«Ρινόκερος»

Μπέρτολτ Μπρεχτ

«Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι»

723 Ποιητές - 8.176 Ποιήματα

Επιλογή της εβδομάδας..

Οδυσσέας Ελύτης, «Το Μονόγραμμα»

Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές  Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...

Αλέξανδρος Κυπριώτης, «Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι»

Όποτε κάθεται να δουλέψει ανάβει πρώτα ένα τσιγάρο. Όταν δουλεύει είναι αυτός και ο υπολογιστής του. Δεν είναι άλλος κανείς. Πρώτα ανάβει τον υπολογιστή του και μετά ανάβει ένα τσιγάρο. Το τσιγάρο το ανάβει όταν έχει πια ανάψει ο υπολογιστής του. Αυτό το κάνει ό,τι δουλειά κι αν κάνει. Γιατί δεν κάνει μόνο μία δουλειά. Όταν όμως τον ρωτάνε τι δουλειά κάνει λέει ότι είναι μεταφραστής. Λογοτεχνίας, προσθέτει μετά. Κι όταν τον ρωτάνε αν έχει μεταφράσει πολλά βιβλία λέει: καμιά δεκαριά. Τελευταία έχει ανακαλύψει ένα νέο γερμανόφωνο συγγραφέα από κάποιο χωριό που το όνομά του δεν είναι γερμανικό. Και το χωριό δεν ήταν πάντα γερμανικό. Μπερδεμένη η ιστορία. Τον συγγραφέα πάντως τον λένε Σλάχτερ. Όνομα γερμανικό. Αυτό τον τράβηξε πρώτα. Το όνομά του. Σλάχτερ θα πει σφαγέας. Ένας συγγραφέας σφαγέας. Ή ένας σφαγέας συγγραφέας. Οι ιστορίες που γράφει ο Σλάχτερ είναι καθημερινές. Με καθημερινούς ανθρώπους. Τίποτα το εξεζητημένο δηλαδή. Αλλά ο Σλάχτερ του αρέσει. Κάθε του πρόταση είναι ακριβώς όση πρέπει. Λες κι είναι κομμένη με μπαλτά. Και ξεκοκαλισμένη. Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι. Κάθε πρόταση έχει μόνο ό,τι είναι απαραίτητο. Μόνο ψαχνό. Και οι προτάσεις του Σλάχτερ έτσι όπως τις διαβάζει φωναχτά, γιατί πάντα διαβάζει φωναχτά όταν δουλεύει, είναι σαν να στάζουν αίμα, οι προτάσεις. Σαν να κολλάει η γλώσσα του πάνω στο αίμα που στάζουν οι προτάσεις του Σλάχτερ. Αλλιώς δεν μπορεί να το εξηγήσει. Έχει προσπαθήσει αλλά δεν μπορεί. Δεν μπορεί να το πει αλλιώς. Λέει: Είναι σαν να κολλάει η γλώσσα μου πάνω στο αίμα που στάζουν οι προτάσεις του Σλάχτερ. Κι όποτε κάθεται να δουλέψει αυτό σκέφτεται. Ότι δεν μπορεί να το εξηγήσει αλλιώς.

Και προσπαθεί στις προτάσεις που γράφει αυτός στη γλώσσα του να μην υπάρχει τίποτα περιττό. Μόνο ψαχνό. Σαν να είναι κομμένες με μπαλτά. Και ξεκοκαλισμένες. Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι. Και όταν τις διαβάζεις φωναχτά να είναι σαν να κολλάει η γλώσσα σου πάνω στο αίμα που στάζουν οι προτάσεις που βγήκανε μέσα απ’ το αίμα που στάζουν οι προτάσεις του Σλάχτερ. Κι όταν το καταφέρνει αυτό, γιατί αυτός ξέρει πότε το καταφέρνει και πότε όχι, τότε σηκώνεται. Πρώτα χαμογελάει και μετά σηκώνεται. Βγαίνει στο μπαλκόνι του και ανάβει ένα τσιγάρο. Και κάθεται και καπνίζει το τσιγάρο στο μπαλκόνι του μέχρι να φύγει το αίμα απ’ τη γλώσσα του και να μην κολλάει. Για να γυρίσει πίσω στη θέση του με καθαρή τη γλώσσα και να συνεχίσει με τις προτάσεις του Σλάχτερ. Και στο μπαλκόνι του, που κάθεται και καπνίζει και περιμένει μέχρι να φύγει το αίμα απ’ τη γλώσσα του και να μην κολλάει, επαναλαμβάνει την πρόταση που έγραψε τελευταία ξανά και ξανά. Μέχρι που φεύγει το αίμα απ’ τη γλώσσα του και δεν κολλάει. Και τότε γυρίζει πίσω στη θέση του με καθαρή τη γλώσσα για να συνεχίσει με τις προτάσεις του Σλάχτερ. Έξι μήνες δουλεύει με τον Σλάχτερ. Και μέσα σ’ αυτούς τους έξι μήνες έχει καταφέρει να μεταφράσει ένα ολόκληρο διήγημα. Δεκατέσσερις ολόκληρες σελίδες. Πυκνογραμμένες. Κι έχει αρχίσει και το δεύτερο. Δεν είναι εύκολο να δουλεύεις με τις προτάσεις του Σλάχτερ. Δεν γίνεται πιο γρήγορα. Είναι κι ο τρόπος που δουλεύει. Γιατί αυτός όποτε κάθεται να δουλέψει ανάβει πρώτα ένα τσιγάρο. Πρώτα ανάβει τον υπολογιστή του και μετά ανάβει ένα τσιγάρο. Το τσιγάρο το ανάβει όταν έχει πια ανάψει ο υπολογιστής του. Μετά ανοίγει το αρχείο που δουλεύει. Μέχρι να τελειώσει το τσιγάρο του δεν κάνει τίποτα άλλο. Κάθεται και καπνίζει και κοιτάζει το αρχείο που άνοιξε. Μετά, όταν πια τελειώσει το τσιγάρο του, αρχίζει πάλι να διαβάζει φωναχτά, γιατί πάντα διαβάζει φωναχτά όταν δουλεύει, αρχίζει πάλι να διαβάζει φωναχτά ό,τι έχει γράψει στη γλώσσα του μέχρι τότε. Και τότε η γλώσσα του αρχίζει να κολλάει πάνω στο αίμα που στάζουν οι προτάσεις που βγήκανε μέσα απ’ το αίμα που στάζουν οι προτάσεις του Σλάχτερ. Κι όταν πια έχει διαβάσει ό,τι έχει γράψει στη γλώσσα του μέχρι τότε, τότε χαμογελάει. Πρώτα χαμογελάει και μετά σηκώνεται. Βγαίνει στο μπαλκόνι του και ανάβει ένα τσιγάρο. Και κάθεται και καπνίζει το τσιγάρο στο μπαλκόνι του μέχρι να φύγει το αίμα απ’ τη γλώσσα του και να μην κολλάει. Για να γυρίσει πίσω στη θέση του με καθαρή τη γλώσσα και να συνεχίσει με τις προτάσεις του Σλάχτερ. Και στο μπαλκόνι του, που κάθεται και καπνίζει και περιμένει μέχρι να φύγει το αίμα απ’ τη γλώσσα του και να μην κολλάει, επαναλαμβάνει την πρόταση που διάβασε τελευταία ξανά και ξανά. Μέχρι που φεύγει το αίμα απ’ τη γλώσσα του και δεν κολλάει. Και τότε γυρίζει πίσω στη θέση του με καθαρή τη γλώσσα για να συνεχίσει με τις προτάσεις του Σλάχτερ.

Και προσπαθεί στις προτάσεις που γράφει αυτός στη γλώσσα του να μην υπάρχει τίποτα περιττό. Μόνο ψαχνό. Σαν να είναι κομμένες με μπαλτά. Και ξεκοκαλισμένες. Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι. Και όταν τις διαβάζεις φωναχτά να είναι σαν να κολλάει η γλώσσα σου πάνω στο αίμα που στάζουν οι προτάσεις που βγήκανε μέσα απ’ το αίμα που στάζουν οι προτάσεις του Σλάχτερ. Κι όταν το καταφέρνει αυτό, γιατί αυτός ξέρει πότε το καταφέρνει και πότε όχι, τότε σηκώνεται. Πρώτα χαμογελάει και μετά σηκώνεται. Βγαίνει στο μπαλκόνι του και ανάβει ένα τσιγάρο. Και κάθεται και καπνίζει το τσιγάρο στο μπαλκόνι του μέχρι να φύγει το αίμα απ’ τη γλώσσα του και να μην κολλάει. Αυτά θέλει να πει στον εκδότη με τον οποίο έχει ραντεβού. Ο εκδότης δεν ήθελε να τον δει αλλά αυτός επέμενε. Τελικά τα κατάφερε. Όπου να ’ναι η γραμματέας του θα του πει να περάσει. Ήρθε λίγο νωρίτερα στο ραντεβού αλλά δεν τον πειράζει να περιμένει λίγη ώρα ακόμα. Έξι μήνες δουλεύει με τον Σλάχτερ. Και μέσα σ’ αυτούς τους έξι μήνες έχει καταφέρει να μεταφράσει ένα ολόκληρο διήγημα. Δεκατέσσερις ολόκληρες σελίδες. Πυκνογραμμένες. Κι έχει αρχίσει και το δεύτερο. Τώρα κάθεται και περιμένει έξω απ’ το γραφείο του εκδότη. Όπου να ’ναι η γραμματέας του θα του πει να περάσει. Ψάχνει στην εσωτερική τσέπη στο σακάκι του για να βεβαιωθεί ότι έχει φέρει μαζί του ό,τι χρειάζεται. Γιατί μπορεί να χρειαστεί να δείξει στον εκδότη πώς είναι να διαβάζεις τις προτάσεις του Σλάχτερ. Αν χρειαστεί θα του το δείξει. Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι. Θα το κάνει. Αν ο εκδότης δεν καταλαβαίνει τι εννοεί όταν λέει: Είναι σαν να κολλάει η γλώσσα μου πάνω στο αίμα που στάζουν οι προτάσεις του Σλάχτερ. Ή αν ο εκδότης πει ότι η δική του η γλώσσα δεν κολλάει πάνω στο αίμα που στάζουν οι προτάσεις που βγήκανε μέσα απ’ το αίμα που στάζουν οι προτάσεις του Σλάχτερ. Τότε θα το κάνει. Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι. Τότε θα αναγκαστεί να του κόψει τη γλώσσα με το μαχαίρι, του εκδότη, και να τον βάλει να ξαναδιαβάσει τις προτάσεις που βγήκανε μέσα απ’ το αίμα που στάζουν οι προτάσεις του Σλάχτερ. Θα τον βάλει με το ζόρι. Να τις διαβάσει φωναχτά. Δεν θα του την κόψει πολύ, τη γλώσσα. Λίγο μόνο. Ίσα ίσα ν’ αρχίσει να κολλάει πάνω στο αίμα. Για να καταλάβει τελικά τι εννοεί αυτός όταν λέει: Είναι σαν να κολλάει η γλώσσα μου πάνω στο αίμα που στάζουν οι προτάσεις του Σλάχτερ.

O Αλέξανδρος Κυπριώτης γεννήθηκε το 1968 στην Αθήνα και σπούδασε Γερμανική Γλώσσα και Φιλολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είναι μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Μεταφρασεολογίας και επί σειρά ετών δίδαξε μετάφραση γερμανόφωνης λογοτεχνίας στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Μετάφρασης Λογοτεχνίας & Επιστημών του Ανθρώπου (ΕΚΕΜΕΛ) και περιστασιακά στο Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Λογοτεχνικής Μετάφρασης της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης και στο Διαπανεπιστημιακό-Διατμηματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Μετάφρασης-Μεταφρασεολογίας του ΕΚΠΑ και του ΑΠΘ. Ως μεταφραστής γερμανόφωνης λογοτεχνίας έχει λάβει διάφορες υποτροφίες από ιδρύματα, συνδέσμους και εταιρείες της Αυστρίας, της Γερμανίας και της Ελβετίας. Η μετάφρασή του του μυθιστορήματος του Ερνστ Βάις "Ο αυτόπτης μάρτυρας" (Εκδόσεις Σκαρίφημα 2017) τιμήθηκε με το ανώτερο μεταφραστικό έπαθλο του Υπουργείου Παιδείας, Τεχνών και Πολιτισμού της Αυστρίας. Με τον Ιρανό ποιητή και μεταφραστή Μοχαμμάντ Χεμματί ίδρυσε το 2018 το "Εργαστήρι μετάφρασης περσικής και ελληνικής ποίησης εν προόδω" και το 2019 το εν εξελίξει διεθνές πρότζεκτ "Abolish Borders With Words". Έχει γράψει θεατρικά έργα, διηγήματα, μικρά πεζά, παραμύθια και ποιήματα. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. Το 2013 κυκλοφόρησε το πρώτο του βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων "Μ' ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι. Ιστορίες ανθρώπων" από τις Εκδόσεις Ίνδικτος και το 2019 η ποιητική συλλογή Μπορεί επίτηδες να μένω από τσιγάρα από τις εκδόσεις Σκαρίφημα. Το 2019 ανέβηκε στη Θεσσαλονίκη σε σκηνοθεσία Κλαίρης Χριστοπούλου η θεατρική παράσταση "Γκλόρυ Νταίηζ", βασισμένη σε κείμενά του, και κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Σκαρίφημα η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο "Μπορεί επίτηδες να μένω από τσιγάρα". Διατηρεί το ιστολόγιο "η βαλίτσα" (valitsa-the-blog.blogspot.com), στο οποίο ασχολείται με τη λογοτεχνία, τη λογοτεχνική μετάφραση και την κριτική λογοτεχνίας.

Αντώνης Σαμαράκης (1919-2003)

«Το άγγελμα της ημέρας»

Μην πεις ποτέ σου: «Είναι αργά!» κι αν χαμηλά έχεις πέσει. κι αν λύπη τώρα σε τρυγά κι έχεις βαθιά πονέσει.

Κι αν όλα μοιάζουν σκοτεινά κι έρημος έχεις μείνει. μην πεις ποτέ σου: «Είναι αργά!» -τ' ακούς;- ό,τι  κι αν γίνει

Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»

𝓜πάμπης 𝓚υριακίδης