Τούτο τον αγώνα δε θέλω να τον θυμάμαι.
Ξυπνάω τη νύχτα ιδρωμένος, φωνάζοντας
και ξαναβλέπω τα φρικτά κεφάλια να ξεφυτρώνουν από μέσα μου
τα γλοιώδη κορμιά να συστρέφονται
κι εγώ να σκοτώνω, να σκοτώνω
και τα κεφάλια να ζωντανεύουν, να ζωντανεύουν και να φτύνουν το φαρμάκι τους.
Στιγμές στιγμές μού φαινόταν πως είχαν ανθρώπινη μορφή
στιγμές στιγμές μού φαινόταν πως είχαν τη μορφή τη δική μου
ή τις άλλες μορφές που σημάδεψαν τη ζωή μου και που προσπαθώ να τις σβήσω από το χάρτη τ’ ουρανού.
Κι από πάνω μ’ έλουσε κι ο Ευρυσθέας με το παγωμένο βλέμμα του
κι είπε πως τάχα ο άθλος τούτος δε λογαριάζεται
ότι τα φίδια δεν τα ’χα εγώ σκοτώσει αφού με βοήθησε ο Ιόλαος.
Και τί ήταν ο Ιόλαος; Ένα χέρι μοναχά δίχως νου.
Εγώ σκέφτηκα τα δαυλιά, εγώ σκέφτηκα να τα κάψω τα καταραμένα κεφάλια
εγώ έκοψα το τελευταίο, τ’ αθάνατο, και το πλάκωσα με το βράχο
μ’ εκείνο το βράχο που πλακώνει από τότε τις νύχτες μου.
Τούτο τον αγώνα δε θέλω να τον θυμάμαι
γιατί το ξέρω πως κάτω από το βράχο το τελευταίο φαρμακερό κεφάλι μένει πάντοτε ζωντανό.
Ξυπνάω τη νύχτα ιδρωμένος, φωνάζοντας
και ξαναβλέπω τα φρικτά κεφάλια να ξεφυτρώνουν από μέσα μου
τα γλοιώδη κορμιά να συστρέφονται
κι εγώ να σκοτώνω, να σκοτώνω
και τα κεφάλια να ζωντανεύουν, να ζωντανεύουν και να φτύνουν το φαρμάκι τους.
Στιγμές στιγμές μού φαινόταν πως είχαν ανθρώπινη μορφή
στιγμές στιγμές μού φαινόταν πως είχαν τη μορφή τη δική μου
ή τις άλλες μορφές που σημάδεψαν τη ζωή μου και που προσπαθώ να τις σβήσω από το χάρτη τ’ ουρανού.
Κι από πάνω μ’ έλουσε κι ο Ευρυσθέας με το παγωμένο βλέμμα του
κι είπε πως τάχα ο άθλος τούτος δε λογαριάζεται
ότι τα φίδια δεν τα ’χα εγώ σκοτώσει αφού με βοήθησε ο Ιόλαος.
Και τί ήταν ο Ιόλαος; Ένα χέρι μοναχά δίχως νου.
Εγώ σκέφτηκα τα δαυλιά, εγώ σκέφτηκα να τα κάψω τα καταραμένα κεφάλια
εγώ έκοψα το τελευταίο, τ’ αθάνατο, και το πλάκωσα με το βράχο
μ’ εκείνο το βράχο που πλακώνει από τότε τις νύχτες μου.
Τούτο τον αγώνα δε θέλω να τον θυμάμαι
γιατί το ξέρω πως κάτω από το βράχο το τελευταίο φαρμακερό κεφάλι μένει πάντοτε ζωντανό.
~
Η Λίνα Κάσδαγλη (Κόρινθος, 1921 - 2009) ήταν Ελληνίδα συγγραφέας, επιμελήτρια βιβλίων και μεταφράστρια. Ακολούθησε σπουδές φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και επίσης στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Έγραψε κυρίως ποιήματα και μετέφρασε πολλά έργα ξένων λογοτεχνών. Έλαβε μέρος σε επιτροπές του υπουργείου Παιδείας για τη σύνταξη των σχολικών βιβλίων στην Ελλάδα. Ήταν παντρεμένη με τον συγγραφέα Εμμανουήλ Κάσδαγλη. Η εμφάνισή της στα γράμματα έγινε με τη μετάφραση ενός ποιήματος του Γάλλου ποιητή Σαρλ Πεγκί στη Νέα Εστία, το 1943. Την ίδια περίοδο είχε ήδη δραστηριοποιηθεί στο περιοδικό Η Διάπλαση των Παίδων, στο οποίο έγραφε με το ψευδώνυμο "Ροζελάντια". Ακολούθησε η κυκλοφορία της πρώτης της ποιητικής συλλογής, το 1952 με τίτλο "Ηλιοτρόπια". Υπήρξε υπεύθυνη της έκδοσης του περιοδικού Η Οδηγός (1956-1973) από το Σώμα Ελληνίδων Οδηγών, όπου υπέγραφε με το όνομα "Θεία Νεραντζούλα". Αντιτάχθηκε στη χούντα του 1967, εκδηλώνοντας τη διαμαρτυρία της σε κείμενο που συνυπέγραψαν το 1969 άλλοι 17 συγγραφείς. Έλαβε επίσης μέρος στο πρώτο αντιστασιακό βιβλίο, που δημοσιεύτηκε το 1970 με τίτλο "Δεκαοκτώ κείμενα".