ανάθεμα την ώρα σου που γύρισες
φύγε ξανά και μάζεψε ό,τι μπορείς πριν το φευγιό σου
φύγε όπως και πριν από τη θάλασσα
με όλα σου τα κοσμήματα
μ’ αυτή τη λύσσα σου για έρωτα
φύγε
κρύψου πίσω από τα θεϊκά πέτρινα τείχη και περίμενε
θα σε ακολουθήσει ο γνώριμος αχός από τα δόρατα
τα χλιμιντρίσματα αθάνατων αλόγων
τα πλοία μας θα βρουν ξανά το δρόμο τους
θα στάξει πάλι το παρθένο αίμα στο χώμα
κι οι άντρες στις σπηλιές τους θα σαπίσουν σαν φαντάσματα
κρατώντας τις σαΐτες τους στο χέρι
τίποτε άλλο δε χρειάζεται να κάνεις
μόνο κοίτα απ’ το μπαλκόνι σου τις νεκρικές πυρές
κι άστες ν’ αντιφεγγίζουν μες στα μάτια σου
φύγε ξανά
με εκείνη την οικεία σκληρότητα
με την πολεμική κραυγή του κύκνου
άσε τον πόλεμο ν’ ανθίσει με τα γέλια σου
ξύπνα τις μάνες να πενθήσουνε
ματώνοντας τα στήθη
και μην αφήσεις τα παιδιά να κοιμηθούν
απ’ τις κλαγγές των όπλων
φύσα
να πάρεις τα κομμένα μας μαλλιά
μέσα απ’ τους φρέσκους λάκκους
και ξαναλύσε τα σκυλιά να φαγωθούν στην άμμο
μ’ ένα χαμόγελο χρυσό
άσε χωριά χωρίς τους άντρες τους
χέρσα χωράφια
λοιμούς με τον λευκό λαιμό σου σκόρπισε
μαύρους λοιμούς και λύσσα
άσε κορίτσια να ντροπιάζονται ξανά
γυμνά μπροστά σε μια παρτίδα ζάρια
μη με κοιτάζεις έκπληκτη
φύγε σ’ εκλιπαρώ
θα έρθουμε με κατάρες στο κατόπι σου
γκρεμίζοντας μ’ αλαλαγμούς τις εποχές
το χρόνο σφάζοντας να φθάσουμε στη μήτρα σου
και να σκυλέψουμε ό,τι έμεινε απ’ τα πτώματα
με τη βιασύνη γλάρων
ύστερα
πάρε στις πλατιές φτερούγες σου τον πόνο μας
σκληρή προδότρα όμορφη
στάσου μπροστά απ’ τις φωτιές της πόλης
και με τα άσπρα χέρια σου
δείξε σ’ εμάς
τον δρόμο για το μέλλον
~
από τη συλλογή Το ξένο φως, Εκδόσεις Υποκείμενο, 2017
πηγή - ανάλυση
θα σε ακολουθήσει ο γνώριμος αχός από τα δόρατα
τα χλιμιντρίσματα αθάνατων αλόγων
τα πλοία μας θα βρουν ξανά το δρόμο τους
θα στάξει πάλι το παρθένο αίμα στο χώμα
κι οι άντρες στις σπηλιές τους θα σαπίσουν σαν φαντάσματα
κρατώντας τις σαΐτες τους στο χέρι
τίποτε άλλο δε χρειάζεται να κάνεις
μόνο κοίτα απ’ το μπαλκόνι σου τις νεκρικές πυρές
κι άστες ν’ αντιφεγγίζουν μες στα μάτια σου
φύγε ξανά
με εκείνη την οικεία σκληρότητα
με την πολεμική κραυγή του κύκνου
άσε τον πόλεμο ν’ ανθίσει με τα γέλια σου
ξύπνα τις μάνες να πενθήσουνε
ματώνοντας τα στήθη
και μην αφήσεις τα παιδιά να κοιμηθούν
απ’ τις κλαγγές των όπλων
φύσα
να πάρεις τα κομμένα μας μαλλιά
μέσα απ’ τους φρέσκους λάκκους
και ξαναλύσε τα σκυλιά να φαγωθούν στην άμμο
μ’ ένα χαμόγελο χρυσό
άσε χωριά χωρίς τους άντρες τους
χέρσα χωράφια
λοιμούς με τον λευκό λαιμό σου σκόρπισε
μαύρους λοιμούς και λύσσα
άσε κορίτσια να ντροπιάζονται ξανά
γυμνά μπροστά σε μια παρτίδα ζάρια
μη με κοιτάζεις έκπληκτη
φύγε σ’ εκλιπαρώ
θα έρθουμε με κατάρες στο κατόπι σου
γκρεμίζοντας μ’ αλαλαγμούς τις εποχές
το χρόνο σφάζοντας να φθάσουμε στη μήτρα σου
και να σκυλέψουμε ό,τι έμεινε απ’ τα πτώματα
με τη βιασύνη γλάρων
ύστερα
πάρε στις πλατιές φτερούγες σου τον πόνο μας
σκληρή προδότρα όμορφη
στάσου μπροστά απ’ τις φωτιές της πόλης
και με τα άσπρα χέρια σου
δείξε σ’ εμάς
τον δρόμο για το μέλλον
~
από τη συλλογή Το ξένο φως, Εκδόσεις Υποκείμενο, 2017
πηγή - ανάλυση
Ο Χρήστος Μαρτίνης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1985 και ζει στην Θεσσαλονίκη. Ποιήματα του έχουν εκδοθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Τίτλοι βιβλίων: Το ξένο φως (Υποκείμενο, 2017). Ελίοφορ Φέστους Ένα νεοελληνικό ποίημα (Υποκείμενο, 2019)




(1).jpg)
.png)

