«Λοιπόν γελώ πολλές φορές κλαμώντα
τους με μισούσι να γελούν θωρώντα…»
(Κυπριακό δημοτικό τραγούδι)
Δεν με σκοτίζει τι θα πουν πια ή τι θα πω
κι αν επιστρέψεις σύντομα απʼ το ταξίδι αυτό
που τόσο ακόμα θα κρατήσει
θα βρεις έναν Ταχτσή
ελαττωμένον κατά το ήμισυ
εσού απόντος
ήρθαν δίσεκτες χρονιές
δριμύτερους χειμώνες κανένας δεν θυμήθηκε – και όχι
απʼ την συνήθη εξιδανίκευση του παρελθόντος
τα μάτια μου τα χάρισα για να μπολιάσουν καστανιές
«Θυμάμʼ εκείνη τη βραδιά
που βγήκαμʼ απʼ το σινεμά…»
στάθηκες και μʼ αγόρασες ένα χωνάκι κάστανα…
εκείνοι που μʼ αγάπησαν δεν τραγουδάνε πια
τι ησυχία που ακολουθεί
πάντα
το χέρι ή το μαχαίρι
δεν ξέρω αύριο τι μας περιμένει
ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΣΙΓΩΤΕΡΑ, ΕΙΝʼ Η ΩΡΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΗ
συγγνώμη σας ζητώ, ω συγγνώμην
μα σʼ έναν τόπον σαν κι αυτόν! Καταλαβαίνετε…
είνʼ το βραδάκι έτσι γλυκό!
σφύριζα κάποιο τραγουδάκι, και σκεπτόμουν –
πως όλα πια τα βάλαμε στο υποκοριστικό
μα έχουν κι οι νεκροί κάποιο σκοπό!
ΠΡΟΣΕΞΤΕ ΚΥΡΙΕ – ΣΑΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΩ!
συγγνώμην – ήθελα να πω – αυτός ο λόφος πέρα
και το κίτρινο φεγγάρι από πάνω του –
στις στέγες των σπιτιών παραμονεύουνε
ώρα την ώρα οι Σειρήνες να περάσει
ο Οδυσσέας στο αεροπλάνο του –
κι αυτό σωστό. Κι αυτό πολύ σωστό
το είχα προς στιγμήν ξεχάσει
μα σʼ έναν τόπο σαν κι αυτόν!
σας καληνύχτισα λοιπόν
εγώ
πηγαίνω τώρα στο «Βυζάντιο» να σιωπήσω
σας το υπόσχομαι: ποτέ, ποτέ πια δεν θα τραγουδήσω
θα κάτσω σʼ ένα τραπεζάκι
και θα ζητήσω από το Μπάμπη ένα νεράκι
τώρα
το τάβλι και τα πούλια
ο Αυγερινός, ο Θόδωρος κι ο Χρήστος
γεια σας!
α, τέρατα!
τα χείλια σας και τα κατάμαυρα μαλλιά σας!
δεν θέλω πια να μου μιλάτε
το βλέπω μʼ αγαπάτε, μʼ εκτιμάτε,
προωθείτε τα συμφέροντά σας
α, πουλημένοι!
έναν καφέ – ένα πουκάμισο – ευχαρίστως!
μα είνʼ η καρδιά μου αλλού δοσμένη
κι όμως το ξέρεις
ότι σε λίγο θα κυλήσεις
σαν τη μπαλίτσα του μπιλιάρδου
το ξέρω
θα ρίξω πάλι ζάρια και θα φέρω –
ΣΙΩΠΗ
την ημέρα των νεκρών –
καλά – θα πάψω
τώρα το βλέπω καθαρά: ό,τι κι αν γράψω
δεν ωφελεί πια ό,τι κι αν κλάψω
τι ησυχία που ακολουθεί
πάντα
το χέρι ή το μαχαίρι
μονάχα ο Ιωσήφ
απάνω – κάτω
αδημονεί
βρήκανε ψύλλους μες στη φάτνη
υπομονή
η ώρα του είναι: όπου να ΄ναι θα φανεί
ο μέγας σοφιστής μας: είναι ή όχι
απατεών
θα τον ρωτήσουμε, ο συντάκτης
του ωροσκοπίου στη «ΒΡΑΔΥΝΗ»…
τι ησυχία που ακολουθεί
τι ησυχία
και μόνο το «Βυζάντιο» ξαγρυπνεί
σαν ένοχη συνείδηση
αυτή η φοβερή μανία της αυτοκρατορικής –
θέλω να πω: AY – TO – KA – TA – ΣΤΡΟ – ΦΗΣ
θα βγάλω μια φωτογραφία της στιγμής
καρδιά!
ποτέ δεν είχες φωτογένεια
μα τώρα πια δεν έχει σημασία
λίγο νεράκι φέρε μου βρε Μπάμπη – όχι υγεία
μάθετε νʼ αποφεύγετε τους διανοούμενους
αυτός εδώ είνʼ ανδροπρεπής και μουσικοσυνθέτης
του λόγου του πρώην ποιητής
νυν χαρτοκλέπτης
α, λεονταράκι μου, ήσουνα, λέει, κομμουνιστής
μα υπέγραψες τη δήλωση
ΦΟΒΟΥ ΤΟΥΣ ΦΟΒΟΥΜΕΝΟΥΣ
μʼ έπιασε πάλι εκείνη η ζάλη
κάτι στο χέρι δώστε μου, κάτι στο χέρι
να μην αρπάξω την καρέκλα απʼ το ποδάρι
και του τη φέρω στο κεφάλι
μη με κοιτάτε
ΣΑΣ ΣΙΧΑΙΝΟΜΑΙ
τίποτα πια μη με ρωτάτε
δεν ξέρω αν θα ξαναβγεί το φεγγάρι
έχω κομάρα – κι είνʼ αργά
θα φύγουν ένα ένα τα γκαρσόνια
ο ιδιοκτήτης έμεινε να κατεβάσει τα ρολά
τι ησυχία που ακολουθεί
τι ησυχία…κι αυτό το Σύνταγμα
σαν να νην είναι πια πλατεία
~
τους με μισούσι να γελούν θωρώντα…»
(Κυπριακό δημοτικό τραγούδι)
Δεν με σκοτίζει τι θα πουν πια ή τι θα πω
κι αν επιστρέψεις σύντομα απʼ το ταξίδι αυτό
που τόσο ακόμα θα κρατήσει
θα βρεις έναν Ταχτσή
ελαττωμένον κατά το ήμισυ
εσού απόντος
ήρθαν δίσεκτες χρονιές
δριμύτερους χειμώνες κανένας δεν θυμήθηκε – και όχι
απʼ την συνήθη εξιδανίκευση του παρελθόντος
τα μάτια μου τα χάρισα για να μπολιάσουν καστανιές
«Θυμάμʼ εκείνη τη βραδιά
που βγήκαμʼ απʼ το σινεμά…»
στάθηκες και μʼ αγόρασες ένα χωνάκι κάστανα…
εκείνοι που μʼ αγάπησαν δεν τραγουδάνε πια
τι ησυχία που ακολουθεί
πάντα
το χέρι ή το μαχαίρι
δεν ξέρω αύριο τι μας περιμένει
ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΣΙΓΩΤΕΡΑ, ΕΙΝʼ Η ΩΡΑ ΠΕΡΑΣΜΕΝΗ
συγγνώμη σας ζητώ, ω συγγνώμην
μα σʼ έναν τόπον σαν κι αυτόν! Καταλαβαίνετε…
είνʼ το βραδάκι έτσι γλυκό!
σφύριζα κάποιο τραγουδάκι, και σκεπτόμουν –
πως όλα πια τα βάλαμε στο υποκοριστικό
μα έχουν κι οι νεκροί κάποιο σκοπό!
ΠΡΟΣΕΞΤΕ ΚΥΡΙΕ – ΣΑΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΩ!
συγγνώμην – ήθελα να πω – αυτός ο λόφος πέρα
και το κίτρινο φεγγάρι από πάνω του –
στις στέγες των σπιτιών παραμονεύουνε
ώρα την ώρα οι Σειρήνες να περάσει
ο Οδυσσέας στο αεροπλάνο του –
κι αυτό σωστό. Κι αυτό πολύ σωστό
το είχα προς στιγμήν ξεχάσει
μα σʼ έναν τόπο σαν κι αυτόν!
σας καληνύχτισα λοιπόν
εγώ
πηγαίνω τώρα στο «Βυζάντιο» να σιωπήσω
σας το υπόσχομαι: ποτέ, ποτέ πια δεν θα τραγουδήσω
θα κάτσω σʼ ένα τραπεζάκι
και θα ζητήσω από το Μπάμπη ένα νεράκι
τώρα
το τάβλι και τα πούλια
ο Αυγερινός, ο Θόδωρος κι ο Χρήστος
γεια σας!
α, τέρατα!
τα χείλια σας και τα κατάμαυρα μαλλιά σας!
δεν θέλω πια να μου μιλάτε
το βλέπω μʼ αγαπάτε, μʼ εκτιμάτε,
προωθείτε τα συμφέροντά σας
α, πουλημένοι!
έναν καφέ – ένα πουκάμισο – ευχαρίστως!
μα είνʼ η καρδιά μου αλλού δοσμένη
κι όμως το ξέρεις
ότι σε λίγο θα κυλήσεις
σαν τη μπαλίτσα του μπιλιάρδου
το ξέρω
θα ρίξω πάλι ζάρια και θα φέρω –
ΣΙΩΠΗ
την ημέρα των νεκρών –
καλά – θα πάψω
τώρα το βλέπω καθαρά: ό,τι κι αν γράψω
δεν ωφελεί πια ό,τι κι αν κλάψω
τι ησυχία που ακολουθεί
πάντα
το χέρι ή το μαχαίρι
μονάχα ο Ιωσήφ
απάνω – κάτω
αδημονεί
βρήκανε ψύλλους μες στη φάτνη
υπομονή
η ώρα του είναι: όπου να ΄ναι θα φανεί
ο μέγας σοφιστής μας: είναι ή όχι
απατεών
θα τον ρωτήσουμε, ο συντάκτης
του ωροσκοπίου στη «ΒΡΑΔΥΝΗ»…
τι ησυχία που ακολουθεί
τι ησυχία
και μόνο το «Βυζάντιο» ξαγρυπνεί
σαν ένοχη συνείδηση
αυτή η φοβερή μανία της αυτοκρατορικής –
θέλω να πω: AY – TO – KA – TA – ΣΤΡΟ – ΦΗΣ
θα βγάλω μια φωτογραφία της στιγμής
καρδιά!
ποτέ δεν είχες φωτογένεια
μα τώρα πια δεν έχει σημασία
λίγο νεράκι φέρε μου βρε Μπάμπη – όχι υγεία
μάθετε νʼ αποφεύγετε τους διανοούμενους
αυτός εδώ είνʼ ανδροπρεπής και μουσικοσυνθέτης
του λόγου του πρώην ποιητής
νυν χαρτοκλέπτης
α, λεονταράκι μου, ήσουνα, λέει, κομμουνιστής
μα υπέγραψες τη δήλωση
ΦΟΒΟΥ ΤΟΥΣ ΦΟΒΟΥΜΕΝΟΥΣ
μʼ έπιασε πάλι εκείνη η ζάλη
κάτι στο χέρι δώστε μου, κάτι στο χέρι
να μην αρπάξω την καρέκλα απʼ το ποδάρι
και του τη φέρω στο κεφάλι
μη με κοιτάτε
ΣΑΣ ΣΙΧΑΙΝΟΜΑΙ
τίποτα πια μη με ρωτάτε
δεν ξέρω αν θα ξαναβγεί το φεγγάρι
έχω κομάρα – κι είνʼ αργά
θα φύγουν ένα ένα τα γκαρσόνια
ο ιδιοκτήτης έμεινε να κατεβάσει τα ρολά
τι ησυχία που ακολουθεί
τι ησυχία…κι αυτό το Σύνταγμα
σαν να νην είναι πια πλατεία
~
Από το Καφενείο το Βυζάντιο κι άλλα ποιήματα
πηγή
Ο Κώστας Ταχτσής (1927-1988) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας του καταγόταν από την Ανατολική Ρωμυλία. Σε ηλικία επτά ετών μετά από χωρισμό των γονιών του έφυγε για την Αθήνα με τη γιαγιά του. Στην Αθήνα πέρασε τα μαθητικά και εφηβικά του χρόνια και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου φοίτησε για δυο χρόνια. Το 1947 κατατάχτηκε στο στρατό και έφτασε ως το βαθμό του ανθυπολοχαγού. Στη συνέχεια εργάστηκε ως γραμματέας του αμερικανού επόπτη στο υδροηλεκτρικό έργο του Λούρου. Το 1951 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Ποιήματα. Ακολούθησαν τέσσερις ακόμη συλλογές ως το 1956, από τις οποίες τον έκαναν γνωστό η Συμφωνία του «Μπραζίλιαν» (1954) και το Καφενείο «Το Βυζάντιο»(1956). Την ίδια περίοδο συνδέθηκε φιλικά με τους Οδυσσέα Ελύτη, Νίκο Γκάτσο, Αντρέα Εμπειρίκο. Το 1954 έφυγε για την Αγγλία, όπου έμεινε ως το καλοκαίρι του επόμενου χρόνου. Επέστρεψε στην Αθήνα και ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη διδασκαλία της αγγλικής γλώσσας. Από την άνοιξη του 1956 ως τον Δεκέμβρη του 1964 έζησε σχεδόν αδιάκοπα στη Δυτική Ευρώπη, Αυστραλία και ΗΠΑ, με ενδιάμεσες επιστροφές στην Ελλάδα. Στην περίοδο αυτή μπάρκαρε σε δανέζικο φορτηγό πλοίο προς τη Γερμανία, συνεργάστηκε στα γυρίσματα της ταινίας Το παιδί και το δελφίνι ως βοηθός σκηνοθέτη, τέλεσε χρέη μάνατζερ σε περιοδεία του πιανίστα Τόνι Γεωργίου στην Αφρική, εργάστηκε ως υπάλληλος εμπορικού καταστήματος και σιδηροδρομικός υπάλληλος στην Αυστραλία. Το 1960 ξεκίνησε για το γύρο της Ευρώπης με βέσπα. Στις χώρες που επισκέφτηκε έγραψε Το τρίτο στεφάνι, το οποίο ολοκλήρωσε στην Αυστραλία, κατά τη διάρκεια δεύτερης εκεί παραμονής του και έστειλε στην Ελλάδα για εκτύπωση. Το έργο απορρίφθηκε ως ακατάλληλο και ο Ταχτσής πραγματοποίησε ιδιωτική έκδοσή του στην Αθήνα το 1962. Δυο μήνες μετά έφυγε για την Αμερική, όπου έμεινε ως το τέλος του 1964. Μετά την οριστική επιστροφή του στην Αθήνα έλαβε μέρος στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού Πάλι (1964-67), μαζί με τους Νάνο Βαλαωρίτη, Μαντώ Αραβαντινού, Γιώργο Μακρή, και εργάστηκε ως ξεναγός και μεταφραστής (μετέφρασε τέσσερα θεατρικά έργα του Αριστοφάνη και έργα των Εντουάρντο ντε Φίλιππο, Ατάυντε, κ.ά.). Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας συνυπέγραψε τη Δήλωση των 18 κατά της χούντας και της λογοκρισίας, το 1969, και διώχτηκε από την Ασφάλεια. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του σχεδόν εγκατέλειψε το γράψιμο. Δηλωμένος ομοφυλόφιλος και τραβεστί, ο Κώστας Ταχτσής δολοφονήθηκε άγρια υπό ανεξιχνίαστες συνθήκες στο σπίτι του στον Κολωνό σε ηλικία εξηνταενός χρόνων. Το ποιητικό έργο του Κώστα Ταχτσή κινείται στα πλαίσια της θεματολογίας της καθημερινής ζωής και χαρακτηρίζεται από έντονα λυρική διάθεση, διάθεση η οποία μεταφέρθηκε και στα πεζά του. Το έργο που τον καθιέρωσε στο χώρο της μεταπολεμικής ελληνικής λογοτεχνίας είναι το μυθιστόρημα Το τρίτο στεφάνι, μια ρεαλιστική και ταυτόχρονα συχνά λυρική απεικόνιση της ζωής και της κοσμοθεωρίας των ελλήνων μικροαστών, που καλύπτει την περίοδο από τις αρχές του αιώνα μας ως τη σύγχρονη του συγγραφέα εποχή. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ψυχογραφική ικανότητα του Ταχτσή, ιδιαίτερα στους γυναικείους χαρακτήρες του και η εξαιρετική φροντίδα της γλωσσικής του έκφρασης. Ο συν-εκδότης του περιοδικού Πάλι Νάνος Βαλαωρίτης, έγραψε για τον συγγραφέα στο περιοδικό Αντί, τ. 389, στις 9 Σεπτεμβρίου 1988, σε ένα κείμενο με τίτλο: Κώστας Ταχτσής. Το παιχνίδι της γραφής: Μια ενθουσιώδης εμπειρία θανάτου: «Η ζωή του Κώστα Ταχτσή ήταν μια τέτοια αγωνιώδης αναζήτηση, έμμονη, φανατική, επίμονη, της πιο επαίσχυντης αλήθειας, ώστε να βγει από αυτήν το λουλούδι μιας μοναδικής γραφής. […] Και, παρόλο που ήταν με κάποιον τρόπο «αριστοφανικός», δεν ήταν ποτέ «παρωδικός». Παρωδία ήταν η ζωή του. Εκεί έπαιζε θέατρο, ενώ το γράψιμο ήταν στα ίσια, σοβαρή υπόθεση, που δε χωρούσε θεατρινισμούς». Τίτλοι βιβλίων
πηγή
Ο Κώστας Ταχτσής (1927-1988) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας του καταγόταν από την Ανατολική Ρωμυλία. Σε ηλικία επτά ετών μετά από χωρισμό των γονιών του έφυγε για την Αθήνα με τη γιαγιά του. Στην Αθήνα πέρασε τα μαθητικά και εφηβικά του χρόνια και γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου φοίτησε για δυο χρόνια. Το 1947 κατατάχτηκε στο στρατό και έφτασε ως το βαθμό του ανθυπολοχαγού. Στη συνέχεια εργάστηκε ως γραμματέας του αμερικανού επόπτη στο υδροηλεκτρικό έργο του Λούρου. Το 1951 εξέδωσε την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Ποιήματα. Ακολούθησαν τέσσερις ακόμη συλλογές ως το 1956, από τις οποίες τον έκαναν γνωστό η Συμφωνία του «Μπραζίλιαν» (1954) και το Καφενείο «Το Βυζάντιο»(1956). Την ίδια περίοδο συνδέθηκε φιλικά με τους Οδυσσέα Ελύτη, Νίκο Γκάτσο, Αντρέα Εμπειρίκο. Το 1954 έφυγε για την Αγγλία, όπου έμεινε ως το καλοκαίρι του επόμενου χρόνου. Επέστρεψε στην Αθήνα και ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη διδασκαλία της αγγλικής γλώσσας. Από την άνοιξη του 1956 ως τον Δεκέμβρη του 1964 έζησε σχεδόν αδιάκοπα στη Δυτική Ευρώπη, Αυστραλία και ΗΠΑ, με ενδιάμεσες επιστροφές στην Ελλάδα. Στην περίοδο αυτή μπάρκαρε σε δανέζικο φορτηγό πλοίο προς τη Γερμανία, συνεργάστηκε στα γυρίσματα της ταινίας Το παιδί και το δελφίνι ως βοηθός σκηνοθέτη, τέλεσε χρέη μάνατζερ σε περιοδεία του πιανίστα Τόνι Γεωργίου στην Αφρική, εργάστηκε ως υπάλληλος εμπορικού καταστήματος και σιδηροδρομικός υπάλληλος στην Αυστραλία. Το 1960 ξεκίνησε για το γύρο της Ευρώπης με βέσπα. Στις χώρες που επισκέφτηκε έγραψε Το τρίτο στεφάνι, το οποίο ολοκλήρωσε στην Αυστραλία, κατά τη διάρκεια δεύτερης εκεί παραμονής του και έστειλε στην Ελλάδα για εκτύπωση. Το έργο απορρίφθηκε ως ακατάλληλο και ο Ταχτσής πραγματοποίησε ιδιωτική έκδοσή του στην Αθήνα το 1962. Δυο μήνες μετά έφυγε για την Αμερική, όπου έμεινε ως το τέλος του 1964. Μετά την οριστική επιστροφή του στην Αθήνα έλαβε μέρος στη συντακτική επιτροπή του περιοδικού Πάλι (1964-67), μαζί με τους Νάνο Βαλαωρίτη, Μαντώ Αραβαντινού, Γιώργο Μακρή, και εργάστηκε ως ξεναγός και μεταφραστής (μετέφρασε τέσσερα θεατρικά έργα του Αριστοφάνη και έργα των Εντουάρντο ντε Φίλιππο, Ατάυντε, κ.ά.). Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας συνυπέγραψε τη Δήλωση των 18 κατά της χούντας και της λογοκρισίας, το 1969, και διώχτηκε από την Ασφάλεια. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του σχεδόν εγκατέλειψε το γράψιμο. Δηλωμένος ομοφυλόφιλος και τραβεστί, ο Κώστας Ταχτσής δολοφονήθηκε άγρια υπό ανεξιχνίαστες συνθήκες στο σπίτι του στον Κολωνό σε ηλικία εξηνταενός χρόνων. Το ποιητικό έργο του Κώστα Ταχτσή κινείται στα πλαίσια της θεματολογίας της καθημερινής ζωής και χαρακτηρίζεται από έντονα λυρική διάθεση, διάθεση η οποία μεταφέρθηκε και στα πεζά του. Το έργο που τον καθιέρωσε στο χώρο της μεταπολεμικής ελληνικής λογοτεχνίας είναι το μυθιστόρημα Το τρίτο στεφάνι, μια ρεαλιστική και ταυτόχρονα συχνά λυρική απεικόνιση της ζωής και της κοσμοθεωρίας των ελλήνων μικροαστών, που καλύπτει την περίοδο από τις αρχές του αιώνα μας ως τη σύγχρονη του συγγραφέα εποχή. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ψυχογραφική ικανότητα του Ταχτσή, ιδιαίτερα στους γυναικείους χαρακτήρες του και η εξαιρετική φροντίδα της γλωσσικής του έκφρασης. Ο συν-εκδότης του περιοδικού Πάλι Νάνος Βαλαωρίτης, έγραψε για τον συγγραφέα στο περιοδικό Αντί, τ. 389, στις 9 Σεπτεμβρίου 1988, σε ένα κείμενο με τίτλο: Κώστας Ταχτσής. Το παιχνίδι της γραφής: Μια ενθουσιώδης εμπειρία θανάτου: «Η ζωή του Κώστα Ταχτσή ήταν μια τέτοια αγωνιώδης αναζήτηση, έμμονη, φανατική, επίμονη, της πιο επαίσχυντης αλήθειας, ώστε να βγει από αυτήν το λουλούδι μιας μοναδικής γραφής. […] Και, παρόλο που ήταν με κάποιον τρόπο «αριστοφανικός», δεν ήταν ποτέ «παρωδικός». Παρωδία ήταν η ζωή του. Εκεί έπαιζε θέατρο, ενώ το γράψιμο ήταν στα ίσια, σοβαρή υπόθεση, που δε χωρούσε θεατρινισμούς». Τίτλοι βιβλίων




(1).jpg)
.png)
