Το πρόσωπό του εκείνο το γιωμένο,
που της καρδιάς του δείχνει τη σκουριά,
το γέλιο το κρυφό και λυσσιασμένο,
που η δυστυχία των άλλων του γεννά,
το φθονερό του μάτι το σβυσμένο,
που δείχνει βουλιμία για συμφορά,
μας εξηγούν γιατ' είναι διψασμένο
το αχείλι του και πόλεμο ζητά.
Ζητάει να ιδή στα μαύρα φορεμένους
πατέρες και μανάδες που μισεί
να τους ιδή στα δάκρυα τους πνιγμένους,
θάναι δροσιά στην έρμη του ψυχή.
Για τούτο υπέρ πατρίδος σκούζει-κράζει,
όρνιο που για κουφάρια αναστενάζει.
που της καρδιάς του δείχνει τη σκουριά,
το γέλιο το κρυφό και λυσσιασμένο,
που η δυστυχία των άλλων του γεννά,
το φθονερό του μάτι το σβυσμένο,
που δείχνει βουλιμία για συμφορά,
μας εξηγούν γιατ' είναι διψασμένο
το αχείλι του και πόλεμο ζητά.
Ζητάει να ιδή στα μαύρα φορεμένους
πατέρες και μανάδες που μισεί
να τους ιδή στα δάκρυα τους πνιγμένους,
θάναι δροσιά στην έρμη του ψυχή.
Για τούτο υπέρ πατρίδος σκούζει-κράζει,
όρνιο που για κουφάρια αναστενάζει.
Ο Μικέλης Άβλιχος του Γεωργίου γεννήθηκε στο Ληξούρι της Κεφαλλονιάς το 1884. Αποφοίτησε από το Πετρίτσειο Λύκειο της γενέτειράς του και πραγματοποίησε σπουδές φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βέρνης. Στη νεανική του ηλικία ταξίδεψε στο Παρίσι, τη Ζυρίχη, τη Βενετία και άλλες ευρωπαϊκές πόλεις. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του ήρθε σε επαφή με την αναρχική ιδεολογία του Μιχαήλ Μπακούνιν, την οποία και ασπάστηκε. Ισοβίως ιδεολογικός πολέμιος του κλήρου και της ανθρώπινης αδυναμίας και άγνοιας, ο Μικέλης Άβλιχος ανήκει στους τελευταίους εκπροσώπους της Επτανησιακής Σχολής. Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε με δημοσιεύσεις σονέτων, λυρικών και σατιρικών ποιημάτων, τα οποία αντιμετώπιζε περισσότερο ως όργανο κριτικής των ηθών του καιρού του, παρά ως λογοτεχνήματα. Όσο ζούσε δεν εξέδωσε έργα του, παρά το ότι ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στο αναγνωστικό κοινό. Τα Άπαντά του συγκεντρώθηκαν και εκδόθηκαν το 1976, ενώ προηγήθηκε το 1959 η έκδοση ενός μικρού τόμου ποιημάτων του. Πέθανε στο Αργοστόλι το 1917.




(1).jpg)
.png)

