Und zuletzt, des Lichts begierig
Bist du, Schmetterling, verbrannt
―Johann Wolfgang von Goethe
Bist du, Schmetterling, verbrannt
―Johann Wolfgang von Goethe
Όπου να ’ναι θα πλημμυρίσει η πλατεία από διψασμένες
πεταλούδες
Και χοντρές γυναίκες με παλτά και πολύχρωμα κασκόλ
Μέσ’ από το βαθύ μπλε του σιντριβανιού π’ αναπηδά
Το φως ξεχύνεται πάνω απ’ τα κεφάλια μας
Δολοφονήσατε τον ουρανό της Αθήνας του Λονδίνου
Της Νέας Υόρκης, του Παρισιού, της Βηρυτού
Του Βλαδιβοστόκ, του Τόκιο, της Βαρκελώνης
Της Σαγκάης, της Τεχεράνης, της Βαρσοβίας
Ο κόκκινος στρατός δεν παιανίζει πια
Τα επιγράμματα υπενθυμίζουν: «No room for Nazis»
«No room for Bin Laden»
«No room for Poetry»
Πρέπει να προχωρήσουμε ένα βήμα μετά τη σιωπή
Ο πόνος συνηθίζεται για τους ασκημένους
Κατανοήσαμε πως η ζωή δεν είναι όνειρο
Ω! Η ακινησία του Λόγου που είναι στείρος
Χτύπα το γρανιτένιο αμφιθέατρο του πλανήτη
Με τη δύναμη μιας πυρηνικής βόμβας εκατοντάδων μεγατόνων
Οι πρόγονοί μας οφείλουν ν’ ακούσουν τον χαλασμό
Εμπρός!
Εμπρός!
Χτυπήστε ταμπούρλα του τρίτου παγκόσμιου πολέμου
Τρομάζοντας τις ετοιμόγεννες γυναίκες
Η αλυσίδα των πρωτεϊνών αντιγράφει
Ένα τρένο από πεταλούδες που σφυρίζει στον ουρανό
Στριφογυρίζει κι αναδιπλώνεται
Πατά στις μύτες κι ανασηκώνεται
Οι μοίρες με τις λιωμένες τους φούστες
Οι ξυπόλητες βασίλισσες των κυβερνήσεων
Οι ξεβράκωτοι πρωθυπουργοί των κρατών
Οι γυμνοί υπασπιστές του βατράχου που κοάζει εντός μου
Μια πήχτρα σάλιου που δεν καταπίνεται
Τι προσπάθεια!
Τι προσπάθεια!
Καταβάλει αυτός που ’χει απογόνους
Για να παραμείνει ο ίδιος άγνωστος θεός
Αγάπη μου! Δεν μπορώ να κηρύξω πόλεμο
Μέσα στα μάτια του αλόγου που καλπάζει χλιμιντρίζοντας
Ο εαυτός μου κρέμεται αναποδογυρισμένος
Το κεφάλι μου χτυπάει στους σταυρούς των ανθρώπων
Η ζωή μου θα τελειώσει στο επόμενο χτύπημα
Όχι!
Δεν είναι οι διψασμένες για φως πεταλούδες
Δεν είναι οι χοντρές γυναίκες
με τα παλτά και τα πολύχρωμα κασκόλ
Τι προσπάθεια!
Τι προσπάθεια!
Να μάθει κανείς πώς να χύνει ένα ποτάμι δάκρυα
Παρασύροντας της γης τα νεκρά ζώα στον ωκεανό
Δεν μ’ αφήνετε να ησυχάσω προδότες ποιητές
Με τρυπάτε με λέξεις νόθες και πλαστές
Έχω σπάσει το τσόφλι μου εδώ και χρόνια
Έβγαλα το κεφάλι μου κι έγειρα πάνω στις κραυγές σας
Σπάζοντας την κάψουλα αυτού που ονομάζατε άθραυστο
Διαγράφω το περιβάλλον, τις φωνές σας
Κι αυτή τη μυρωδιά της ναφθαλίνης
Φτάνει!
Φτάνει!
Μην κρεμάτε τα σώματά σας στις ντουλάπες των σπιτιών
Σηκώστε τα χέρια σας και πιαστείτε απ’ τα κλαδιά των δέντρων
Κανένας δεν κοιμάται σε σκοτεινά συρτάρια και ερμάρια
Σπρώξτε με δύναμη για όσο σας απομένει το σώμα
Τ’ άλογό μου καλπάζει!
Κάτω απ’ τις οπλές του
Ο ανθρώπινος πολτός πιτσιλάει τ’ άμφια του Αρχιεπισκόπου
Στάσου Πατέρα! Πατέρα! Πατέρα Ποιητή
Εκεί ψηλά ξεθωριάζει το αίμα του ανθρώπου
Οι κραυγές δεν φθάνουν
Οι καπνοί διαλύονται
Το οστεοφυλάκιο δεν μας περιορίζει
Επιτέλους!
Σκοντάφτοντας πάνω στα χαλάσματα
Θα χτίσω νέες πολιτείες
Και τα παιδιά μου θα γεννήσω
Μέσα στο βυθό της θάλασσας
Πάνω στο κεφάλι μιας καρφίτσας
Θα γράψω τα νέα μου ποιήματα
Και θα την μπήξω στην καρδιά μου
Στερεώνοντας ένα κόκκινο τριαντάφυλλο
Στο νιπτήρα του μεγάλου σιντριβανιού
Θα πλύνω το πρόσωπό μου
Και θ’ αναστήσω τις νεκρές πεταλούδες
Με τις ολόφωτες λέξεις μου
Πώς έγινε;
Πώς έγινε;
Μια βαθιά πληγή διατρέχει το σώμα μου
Ο πεσμένος αναβάτης στριφογυρίζει καρφωμένος στο σταυρό
Ο τελευταίος σταυρός.
~
από τη συλλογή Curriculum Vitae, εκδ. Μελάνι, 2006
πεταλούδες
Και χοντρές γυναίκες με παλτά και πολύχρωμα κασκόλ
Μέσ’ από το βαθύ μπλε του σιντριβανιού π’ αναπηδά
Το φως ξεχύνεται πάνω απ’ τα κεφάλια μας
Δολοφονήσατε τον ουρανό της Αθήνας του Λονδίνου
Της Νέας Υόρκης, του Παρισιού, της Βηρυτού
Του Βλαδιβοστόκ, του Τόκιο, της Βαρκελώνης
Της Σαγκάης, της Τεχεράνης, της Βαρσοβίας
Ο κόκκινος στρατός δεν παιανίζει πια
Τα επιγράμματα υπενθυμίζουν: «No room for Nazis»
«No room for Bin Laden»
«No room for Poetry»
Πρέπει να προχωρήσουμε ένα βήμα μετά τη σιωπή
Ο πόνος συνηθίζεται για τους ασκημένους
Κατανοήσαμε πως η ζωή δεν είναι όνειρο
Ω! Η ακινησία του Λόγου που είναι στείρος
Χτύπα το γρανιτένιο αμφιθέατρο του πλανήτη
Με τη δύναμη μιας πυρηνικής βόμβας εκατοντάδων μεγατόνων
Οι πρόγονοί μας οφείλουν ν’ ακούσουν τον χαλασμό
Εμπρός!
Εμπρός!
Χτυπήστε ταμπούρλα του τρίτου παγκόσμιου πολέμου
Τρομάζοντας τις ετοιμόγεννες γυναίκες
Η αλυσίδα των πρωτεϊνών αντιγράφει
Ένα τρένο από πεταλούδες που σφυρίζει στον ουρανό
Στριφογυρίζει κι αναδιπλώνεται
Πατά στις μύτες κι ανασηκώνεται
Οι μοίρες με τις λιωμένες τους φούστες
Οι ξυπόλητες βασίλισσες των κυβερνήσεων
Οι ξεβράκωτοι πρωθυπουργοί των κρατών
Οι γυμνοί υπασπιστές του βατράχου που κοάζει εντός μου
Μια πήχτρα σάλιου που δεν καταπίνεται
Τι προσπάθεια!
Τι προσπάθεια!
Καταβάλει αυτός που ’χει απογόνους
Για να παραμείνει ο ίδιος άγνωστος θεός
Αγάπη μου! Δεν μπορώ να κηρύξω πόλεμο
Μέσα στα μάτια του αλόγου που καλπάζει χλιμιντρίζοντας
Ο εαυτός μου κρέμεται αναποδογυρισμένος
Το κεφάλι μου χτυπάει στους σταυρούς των ανθρώπων
Η ζωή μου θα τελειώσει στο επόμενο χτύπημα
Όχι!
Δεν είναι οι διψασμένες για φως πεταλούδες
Δεν είναι οι χοντρές γυναίκες
με τα παλτά και τα πολύχρωμα κασκόλ
Τι προσπάθεια!
Τι προσπάθεια!
Να μάθει κανείς πώς να χύνει ένα ποτάμι δάκρυα
Παρασύροντας της γης τα νεκρά ζώα στον ωκεανό
Δεν μ’ αφήνετε να ησυχάσω προδότες ποιητές
Με τρυπάτε με λέξεις νόθες και πλαστές
Έχω σπάσει το τσόφλι μου εδώ και χρόνια
Έβγαλα το κεφάλι μου κι έγειρα πάνω στις κραυγές σας
Σπάζοντας την κάψουλα αυτού που ονομάζατε άθραυστο
Διαγράφω το περιβάλλον, τις φωνές σας
Κι αυτή τη μυρωδιά της ναφθαλίνης
Φτάνει!
Φτάνει!
Μην κρεμάτε τα σώματά σας στις ντουλάπες των σπιτιών
Σηκώστε τα χέρια σας και πιαστείτε απ’ τα κλαδιά των δέντρων
Κανένας δεν κοιμάται σε σκοτεινά συρτάρια και ερμάρια
Σπρώξτε με δύναμη για όσο σας απομένει το σώμα
Τ’ άλογό μου καλπάζει!
Κάτω απ’ τις οπλές του
Ο ανθρώπινος πολτός πιτσιλάει τ’ άμφια του Αρχιεπισκόπου
Στάσου Πατέρα! Πατέρα! Πατέρα Ποιητή
Εκεί ψηλά ξεθωριάζει το αίμα του ανθρώπου
Οι κραυγές δεν φθάνουν
Οι καπνοί διαλύονται
Το οστεοφυλάκιο δεν μας περιορίζει
Επιτέλους!
Σκοντάφτοντας πάνω στα χαλάσματα
Θα χτίσω νέες πολιτείες
Και τα παιδιά μου θα γεννήσω
Μέσα στο βυθό της θάλασσας
Πάνω στο κεφάλι μιας καρφίτσας
Θα γράψω τα νέα μου ποιήματα
Και θα την μπήξω στην καρδιά μου
Στερεώνοντας ένα κόκκινο τριαντάφυλλο
Στο νιπτήρα του μεγάλου σιντριβανιού
Θα πλύνω το πρόσωπό μου
Και θ’ αναστήσω τις νεκρές πεταλούδες
Με τις ολόφωτες λέξεις μου
Πώς έγινε;
Πώς έγινε;
Μια βαθιά πληγή διατρέχει το σώμα μου
Ο πεσμένος αναβάτης στριφογυρίζει καρφωμένος στο σταυρό
Ο τελευταίος σταυρός.
~
από τη συλλογή Curriculum Vitae, εκδ. Μελάνι, 2006
Ο Γιάννης Αντιόχου (ποιητής και μεταφραστής) γεννήθηκε στον Πειραιά το 1969. Είναι κάτοχος MBA και ΜSc της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, με εξειδίκευση τις Μονάδες Εντατικής Θεραπείας. Έχει μεταφράσει τα "Γράμματα γενεθλίων" του Τεντ Χιουζ, ("Μελάνι", 2005), ποιήματα της Άννας Αχμάτοβα και αυτοχείρων Αμερικανών ποιητών και μια βιογραφία της Άννας Αχμάτοβα. Έχει συνεργαστεί με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά, δημοσιεύοντας, ποιήματα, δοκίμια και μεταφράσεις (ΑΝΤΙ, Index, Ποίηση, Δέκατα, Δέλεαρ, Μανδραγόρας, Poetix) και ποιήματά του υπάρχουν σε διάφορους συλλογικούς τόμους. Τίτλοι βιβλίων: Ανήλικης νυκτός παρίστιον δέρμα (Γαβριηλίδης, 2003). Romeo and Juliet Τρία ποιήματα (Δέλεαρ, 2004). Στη γλώσσα του (Γαβριηλίδης, 2005). Curriculum Vitae (Μελάνι, 2006). Εισπνοές (Ίκαρος, 2009). Εκπνοές (Ίκαρος, 2014). Διάλυσις (Ίκαρος, 2017). Αυτός, ο κάτω ουρανός (Ίκαρος, 2019 - Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2020)
η ιστοσελίδα του ποιητή yiannisantiochou.6te.net
η ιστοσελίδα του ποιητή yiannisantiochou.6te.net




(1).jpg)
.png)

