[Μέσα στο πανδαιμόνιο πού ακολούθησε τον καυγά του Αχιλλέα με τον Αγαμέμνονα, ο Θερσίτης δέχθηκε επίθεση από τον Οδυσσέα και κατέφυγε στην σκηνή του. Ο Οδυσσέας τον κυνήγησε μέχρι εκεί κι αφού κόμπασε πως αν τον ξανάβλεπε μπροστά του θα τον σκότωνε αμέσως, έφυγε αφήνοντας τον άσχημο πολεμιστή να μουρμουρίζει οργισμένος.]
Εξαφανίστηκε το κάθαρμα. Ωστόσο
με βλέπει. Το νιώθω, το βλέπω σχεδόν καθαρά,
λουφαγμένο στο βρώμικο καβούκι της μούρης του,
αυτό το μάτι το μνησίκακο να παίζει νευρικά με την εκδίκηση
σαν ξεθαμμένο κόκαλο.
Σκυλομούρη! Θα τον έκανα τροφή
για τα κοπρόσκυλα που έτρεξαν να μας υποδεχθούν
με μια λαχτάρα κωμική όταν φτάσαμε σ’ αυτό το σφαγείο.
(Σπουδαία εκστρατεία! Εδώ και δέκα χρόνια,
προσφέρουμε το τέλειο πολίτευμα
σ’ έναν λαό ξεσαλιασμένων τετραπόδων:
ελευθερία να μας κοπρίζουν,
ισότητα στο σπάραγμα των σπλάχνων μας,
αδελφότητα στα τσιμπούρια που χορταίνουν
με το έλλειμμα του αίματός μας.
Ωραία! Ωραία! Γενιές γενιών θα μακαρίζουν
με γρυλίσματα γεμάτα χαλασμένα δόντια
και βουβωνικούς σπασμούς την αντοχή των Ελλήνων:
αυτό το επίμονο ακόνισμα ενός ονόματος
που δεν υπήρξε καν ραβδί.)
Μεθύστακα! Θα τον έπνιγα στο αίμα
που τρέφει με τόση επιμέλεια,
καταβροχθίζοντας ελπίδες και όνειρα και προσμονές άλλων,
αν δεν ήξερα πως οι λύκοι του θα οργίαζαν
τυφλωμένοι απ’ την οσμή του αυτάδελφου θανάτου.
Τυφλωμένοι απ’ την οσμή!
Βλακόμουτρα· ανίκανοι!
Πότε νιώσατε κάτι ολόκληρο;
Πότε αναγνωρίσατε κάτι ατόφιο;
Πότε μοχθήσατε κάτι δικό σας;
«Όλο αυτό το μακελειό, μόνο σαν επιμέρους ερεθίσματα
μπορεί να το αντέξει μια ψυχή», λέει ο Νέστορας.
Πού την βρίσκει τόση ψυχραιμία ο γέρος;
Υποθέτει πως έχουν ψυχή
αυτές οι άπλυτες αποτυχίες της αρτιμέλειας.
Ετούτη η μόνιμα καλή προαίρεση με αρρωσταίνει.
Την τρέφει μέσα στο πλίθινο βλέμμα του σαν κατοικίδια πληγή:
παχύσαρκη, αλαζονικά λιγόλογη, εκνευριστικά νωθρή.
Κάποιο είδος ανοσίας πρέπει να την κράτα ζωντανή
μετά από τόσες μολυσματικές διαψεύσεις.
Ο πολεμιστής πρέπει να ξέρει πότε κινδυνεύει να κλάψει.
Δεν υπάρχουν αετοί ανάμεσα στους ανθρώπους.
Δεν μπορώ να φανταστώ την σύνεση σαν ένα μαχαίρι
που το αφήνεις στο τραπέζι του φαγητού, όταν βγαίνεις στην μάχη.
Η εικόνα αυτή είναι μια απ’ τις καλύτερες του γέρου,
αν και όχι η πιο δημοφιλής σ’ ένα κοπάδι ανίκανο ν’ αντιληφθεί
το νόημα μιας πρότασης με περισσότερες από τρεις λέξεις.
Δεν μπορώ να εννοήσω ένα σύστημα αξιών που το ξεπλένεις
και το κρέμας να στεγνώσει, όταν μουλιάσει με αναίτιο αίμα.
Η εικόνα αυτή είναι δική μου.
Μόνο που εγώ δεν προθυμοποιούμαι να διασκεδάσω με στιχάκια
την υποκρισία των συνελεύσεων.
Ήρθαν εδώ για λάφυρα και περιφέρουν
την πληγωμένη τιμή της ράτσας τους
σαν γερασμένη πόρνη ανάμεσα στα κουφάρια.
(Ως ένα σημείο μόνο είναι ακίνδυνοι οι νεκροί.)
Ήρθα εδώ για λάφυρα και ξέρω πως μπορεί να καταντήσω
λάφυρο απ’ την μια μέρα στην άλλη.
Δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό.
(Τίποτα περισσότερο από μένα.)
«Ο πιο άσχημος άντρας που ήρθε στο Ίλιο.
Στραβοκάνης και κουτσός από το ένα πόδι.
Οι ώμοι του γυρισμένοι προς τα μέσα,
σμιγμένοι πάνω από το στήθος του.
Κι ακόμα πιο πάνω, ένα κεφάλι μακρουλό
με τρίχες λιγοστές στην κορυφή του».
Έτσι, τυφλέ τραγουδιστή μου· σίγουρα έτσι!
Ο πιο άσχημος άντρας, όμως όχι ο μόνος,
αν και ίσως ο καταλληλότερος στην παροχή υλικού
προορισμένου να τονώσει την φυσική νωθρότητα των λέξεων.
Οι λέξεις είναι νωθρές, καλέ μου φίλε, σε διαβεβαιώ.
Έχουν μανία να κάθονται πάνω σ’ αυτό που θέλουν να πουν,
μέχρι να βρωμίσει.
Ύστερα, πετούν σε άλλο... κοτέτσι, ας πούμε.
Τι μπορείς να κάνεις στην διάρκεια αυτού του σύντομου πετάγματος;
Ίσως πάντως τα φτερωτά σου λόγια να είναι μια ιδέα της προκοπής.
Πολύ αμφιβάλλω αν το ξέρεις.
Όσο για μένα, ξέρω τι ξέρω, τι πρέπει να κάνω, τι μπορώ να ελπίσω.
Θα βγω κι ας γίνει μακελειό.
Θέλω να κατουρήσω.
[..]
~
από το βιβλίο Η απάντησή του, εκδ. Νεφέλη 2000
με βλέπει. Το νιώθω, το βλέπω σχεδόν καθαρά,
λουφαγμένο στο βρώμικο καβούκι της μούρης του,
αυτό το μάτι το μνησίκακο να παίζει νευρικά με την εκδίκηση
σαν ξεθαμμένο κόκαλο.
Σκυλομούρη! Θα τον έκανα τροφή
για τα κοπρόσκυλα που έτρεξαν να μας υποδεχθούν
με μια λαχτάρα κωμική όταν φτάσαμε σ’ αυτό το σφαγείο.
(Σπουδαία εκστρατεία! Εδώ και δέκα χρόνια,
προσφέρουμε το τέλειο πολίτευμα
σ’ έναν λαό ξεσαλιασμένων τετραπόδων:
ελευθερία να μας κοπρίζουν,
ισότητα στο σπάραγμα των σπλάχνων μας,
αδελφότητα στα τσιμπούρια που χορταίνουν
με το έλλειμμα του αίματός μας.
Ωραία! Ωραία! Γενιές γενιών θα μακαρίζουν
με γρυλίσματα γεμάτα χαλασμένα δόντια
και βουβωνικούς σπασμούς την αντοχή των Ελλήνων:
αυτό το επίμονο ακόνισμα ενός ονόματος
που δεν υπήρξε καν ραβδί.)
Μεθύστακα! Θα τον έπνιγα στο αίμα
που τρέφει με τόση επιμέλεια,
καταβροχθίζοντας ελπίδες και όνειρα και προσμονές άλλων,
αν δεν ήξερα πως οι λύκοι του θα οργίαζαν
τυφλωμένοι απ’ την οσμή του αυτάδελφου θανάτου.
Τυφλωμένοι απ’ την οσμή!
Βλακόμουτρα· ανίκανοι!
Πότε νιώσατε κάτι ολόκληρο;
Πότε αναγνωρίσατε κάτι ατόφιο;
Πότε μοχθήσατε κάτι δικό σας;
«Όλο αυτό το μακελειό, μόνο σαν επιμέρους ερεθίσματα
μπορεί να το αντέξει μια ψυχή», λέει ο Νέστορας.
Πού την βρίσκει τόση ψυχραιμία ο γέρος;
Υποθέτει πως έχουν ψυχή
αυτές οι άπλυτες αποτυχίες της αρτιμέλειας.
Ετούτη η μόνιμα καλή προαίρεση με αρρωσταίνει.
Την τρέφει μέσα στο πλίθινο βλέμμα του σαν κατοικίδια πληγή:
παχύσαρκη, αλαζονικά λιγόλογη, εκνευριστικά νωθρή.
Κάποιο είδος ανοσίας πρέπει να την κράτα ζωντανή
μετά από τόσες μολυσματικές διαψεύσεις.
Ο πολεμιστής πρέπει να ξέρει πότε κινδυνεύει να κλάψει.
Δεν υπάρχουν αετοί ανάμεσα στους ανθρώπους.
Δεν μπορώ να φανταστώ την σύνεση σαν ένα μαχαίρι
που το αφήνεις στο τραπέζι του φαγητού, όταν βγαίνεις στην μάχη.
Η εικόνα αυτή είναι μια απ’ τις καλύτερες του γέρου,
αν και όχι η πιο δημοφιλής σ’ ένα κοπάδι ανίκανο ν’ αντιληφθεί
το νόημα μιας πρότασης με περισσότερες από τρεις λέξεις.
Δεν μπορώ να εννοήσω ένα σύστημα αξιών που το ξεπλένεις
και το κρέμας να στεγνώσει, όταν μουλιάσει με αναίτιο αίμα.
Η εικόνα αυτή είναι δική μου.
Μόνο που εγώ δεν προθυμοποιούμαι να διασκεδάσω με στιχάκια
την υποκρισία των συνελεύσεων.
Ήρθαν εδώ για λάφυρα και περιφέρουν
την πληγωμένη τιμή της ράτσας τους
σαν γερασμένη πόρνη ανάμεσα στα κουφάρια.
(Ως ένα σημείο μόνο είναι ακίνδυνοι οι νεκροί.)
Ήρθα εδώ για λάφυρα και ξέρω πως μπορεί να καταντήσω
λάφυρο απ’ την μια μέρα στην άλλη.
Δεν μπορώ να κάνω τίποτα γι’ αυτό.
(Τίποτα περισσότερο από μένα.)
«Ο πιο άσχημος άντρας που ήρθε στο Ίλιο.
Στραβοκάνης και κουτσός από το ένα πόδι.
Οι ώμοι του γυρισμένοι προς τα μέσα,
σμιγμένοι πάνω από το στήθος του.
Κι ακόμα πιο πάνω, ένα κεφάλι μακρουλό
με τρίχες λιγοστές στην κορυφή του».
Έτσι, τυφλέ τραγουδιστή μου· σίγουρα έτσι!
Ο πιο άσχημος άντρας, όμως όχι ο μόνος,
αν και ίσως ο καταλληλότερος στην παροχή υλικού
προορισμένου να τονώσει την φυσική νωθρότητα των λέξεων.
Οι λέξεις είναι νωθρές, καλέ μου φίλε, σε διαβεβαιώ.
Έχουν μανία να κάθονται πάνω σ’ αυτό που θέλουν να πουν,
μέχρι να βρωμίσει.
Ύστερα, πετούν σε άλλο... κοτέτσι, ας πούμε.
Τι μπορείς να κάνεις στην διάρκεια αυτού του σύντομου πετάγματος;
Ίσως πάντως τα φτερωτά σου λόγια να είναι μια ιδέα της προκοπής.
Πολύ αμφιβάλλω αν το ξέρεις.
Όσο για μένα, ξέρω τι ξέρω, τι πρέπει να κάνω, τι μπορώ να ελπίσω.
Θα βγω κι ας γίνει μακελειό.
Θέλω να κατουρήσω.
[..]
~
από το βιβλίο Η απάντησή του, εκδ. Νεφέλη 2000
Ο Γιώργος Μπλάνας γεννήθηκε στο Αιγάλεω Αττικής το 1959. Σπούδασε
ηλεκτροτεχνία και βιβλιοθηκονομία. Εργάστηκε ως ταχυδρόμος,
βιβλιοθηκάριος, βιβλιοϋπάλληλος και κειμενογράφος στη διαφήμιση.
Συνεργάστηκε με πολλά πολιτικά και λογοτεχνικά περιοδικά. Έχει
δημοσιεύσει τα βιβλία ποίησης: Η ζωή κολυμπά σαν φάλαινα ανύποπτη πριν
τη σφαγή (1987). Η αναπόφευκτη ανθηρότητά σου (1990). Νύχτα (1991).
Παράφορο! (1997). Άννα (1998). Η απάντησή του (2000). Επεισόδιο (2002).
Τα ποιήματα του προηγούμενου αιώνα (-επανέκδοση των τεσσάρων πρώτων
συλλογών, 2004). Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη (2010). Στασιωτικά [1-50]
(2011). Τερατούργημα (2017). Για τη μετάφραση του αρχαίου δράματος
(2020). Συμπαιγνία (2020). Ο κότσυφας του σύμπαντος και άλλα λυρικά
πτηνά (2021), καθώς και μεταφράσεις σύγχρονων και παλαιότερων αμερικανών
και άγγλων πεζογράφων και ποιητών (Λώρενς Φερλινγκέττι, Τσαρλς
Μπουκόβσκι, Ουίλλιαμ Μπλέηκ, Ντύλαν Τόμας, Βασίλι Γκρόσμαν κ.α.),
ελλήνων κλασικών και ποιητών της τέχνης του χαϊκού. Το 2015, έλαβε το
κρατικό βραβείο μετάφρασης ξένης λογοτεχνίας για την μετάφρασή για το
έργο "Ζωή και Πεπρωμένο" του Βασίλι Γκρόσμαν ενώ παλαιότερα έχει τιμηθεί
με το βραβείο του περιοδικού "Διαβάζω" για την ποιητική συλλογή του
"Στασιωτικά [1-50]" καθώς και με τον έπαινο "Κάρολος Κουν" για τη
μετάφραση της τραγωδίας του Ευριπίδη "Ηρακλής Μαινόμενος". Μεταφράσεις
του έχουν χρησιμοποιηθεί σε τραγωδίες στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου
και στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού.




(1).jpg)
.png)

