Μια φορά ένας άνθρωπος αγόρασε παπαγάλο και τον αμόλησε μέσα στο σπίτι του να ζει ελεύθερα. Το πουλί, λοιπόν, εκμεταλλεύτηκε αυτήν την καλοσύνη: δίνοντας έναν πήδο, κούρνιασε πάνω από το τζάκι και από εκεί έκρωζε όλο ευχαρίστηση. Τότε, που λέτε, τον πρόσεξε η νυφίτσα και αμέσως βάλθηκε να τον ανακρίνει ποιός είναι και από πού ξεφύτρωσε. Ο παπαγάλος αποκρίθηκε: «Νά, τώρα πρόσφατα με αγόρασε το αφεντικό».
«Τί λες, βρε αναιδέστατο πλάσμα;», φώναξε η νυφίτσα. «Μας ήρθες φρέσκος-φρέσκος και παρ᾽ όλα αυτά έχεις το θράσος να ξελαρυγγιάζεσαι έτσι; Εγώ, βρε, είμαι από τα γεννοφάσκια μου σε τούτο το σπίτι, και τα αφεντικά δεν μου έδωσαν ποτέ άδεια να το κάνω. Ας τολμήσω να βγάλω καμιά φωνούλα, και θα σου πω εγώ για πότε θα γίνουν έξω φρενών και θα με πετάξουν έξω». Όμως ο παπαγάλος είχε έτοιμη την απάντηση: «Κοίταξε, νοικοκυρούλα μου, καλύτερα φύγε και μη μου κολλάς εδώ πέρα. Άλλο πράγμα η δική μου φωνή — βλέπεις, δεν δυσαρεστεί τον αφέντη τόσο πολύ όσο η δικιά σου».
(Ο μύθος ταιριάζει για άνθρωπο που του αρέσει να γλωσσοτρώει και όλο πασχίζει να βρει αφορμή για να κακολογήσει τους άλλους.)
Μετάφραση: Ιωάννης Μ. Κωνσταντάκος
𝓜𝓅𝒶𝓂𝓅𝒾𝓈 𝓚𝒾𝓇𝒾𝒶𝓀𝒾𝒹𝒾𝓈




(1).jpg)
.png)

