Σβήνουν τη λάμπα. Το περίγραμμά της αχνοφέγγει λευκό
για μια μόνο στιγμή πριν διαλυθεί
σαν μια ταμπλέτα σ’ ένα ποτήρι σκοτάδι. Ύστερα αρχίζει η εξύψωση.
Οι τοίχοι του ξενοδοχείου ανυψώνονται στο σκοτεινό ουρανό.
Οι κινήσεις του έρωτα έχουν κοπάσει κι εκείνοι κοιμούνται,
αλλά οι κρυφές τους σκέψεις συναντιούνται
όπως δυο χρώματα που συγχωνεύονται καθώς ανταμώνουν
στο υγρό χαρτί μιας ζωγραφιάς ενός μαθητή.
Παρόλο που απλώνεται σκοτάδι και σιωπή, η πόλη έχει
τη νυχτιά αυτή κοντοζυγώσει. Με σβησμένα παράθυρα. Τα σπίτια ήρθαν,
στέκονται εκεί, πολύ κοντά, αδημονώντας στριμωγμένα:
ένα πλήθος με ανέκφραστες όψεις.
~
μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης
πηγή
για μια μόνο στιγμή πριν διαλυθεί
σαν μια ταμπλέτα σ’ ένα ποτήρι σκοτάδι. Ύστερα αρχίζει η εξύψωση.
Οι τοίχοι του ξενοδοχείου ανυψώνονται στο σκοτεινό ουρανό.
Οι κινήσεις του έρωτα έχουν κοπάσει κι εκείνοι κοιμούνται,
αλλά οι κρυφές τους σκέψεις συναντιούνται
όπως δυο χρώματα που συγχωνεύονται καθώς ανταμώνουν
στο υγρό χαρτί μιας ζωγραφιάς ενός μαθητή.
Παρόλο που απλώνεται σκοτάδι και σιωπή, η πόλη έχει
τη νυχτιά αυτή κοντοζυγώσει. Με σβησμένα παράθυρα. Τα σπίτια ήρθαν,
στέκονται εκεί, πολύ κοντά, αδημονώντας στριμωγμένα:
ένα πλήθος με ανέκφραστες όψεις.
~
μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης
πηγή




(1).jpg)
.png)

